ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Νίκος Καζαντζάκης

Συγγραφέας, δημοσιογράφος, πολιτικός, μουσικός, ποιητής και φιλόσοφος με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Κέρδισε παγκόσμια φήμη μεταθανάτια από τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη τού μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» από τον Μιχάλη Κακογιάννη το 1964, ενώ είναι ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της τουρκοκρατούμενης Κρήτης, στις 18 Φεβρουαρίου 1883.

Ήταν ο πρωτότοκος γιος μιας τετραμελούς οικογένειας. Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Καζαντζάκης (1856-1932), έμπορος και κτηματίας και η μητέρα η Μαρία Χριστοδουλάκη (1862-1932), μια Άγια γυναίκα, όπως την χαρακτήρισε ο συγγραφέας. Στα έξι του χρόνια, γνωρίζει τη ζωή της προσφυγιάς, εξαιτίας της επανάστασης του 1889, οπότε η οικογένειά του καταφεύγει στον Πειραιά για έξι μήνες. Φοιτά στο δημοτικό σχολείο, όμως η κανονικότητα της παιδικής του ζωής διακόπτεται και πάλι το 1897 με την έκρηξη της κρητικής επανάστασης οπότε και η οικογένειά του μετακομίζει στη Νάξο για δύο περίπου χρόνια.  Γυμνασιακές σπουδές στη γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί. Μαθαίνει γαλλικά και ιταλικά και αρχίζει να γνωρίζει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, κυρίως όμως έρχεται σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Επιστρέφει στην Κρήτη το 1899 και ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές μέχρι που κατεβαίνει στην Αθήνα το 1902.

Τα πρώτα βήματα

Το Δεκέμβριο του 1905 παίρνει με άριστα το δίπλωμα του διδάκτορος της Νομικής. Την ίδια χρονιά εμφανίζεται στα γράμματα με το πρώτο του μυθιστόρημα «Όφις και κρίνο». Για ένα διάστημα εγκαθίσταται στην Αθήνα και συνεργάζεται ως χρονογράφος στην εφημερίδα Ακρόπολις.

Περί τα τέλη του καλοκαιριού του 1906, ο Καζαντζάκης γράφει το πρώτο του θεατρικό έργο, το δράμα «Ξημερώνει», το οποίο υποβάλλει στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα. Το έργο αποσπά τον έπαινο της κριτικής επιτροπής (Σ. Κ. Σακελλαρόπουλος, Ν. Πολίτης, Σπ. Λάμπρος), αλλά δεν βραβεύεται, με το επιχείρημα ότι δεν είχε «ηθικήν βάσιν». Ο Καζαντζάκης δημοσιεύει στην Ακρόπολη μια σύντομη ερμηνεία του έργου, δηλώνοντας τη δέσμευσή του στις αρχές του αισθητισμού («ηθικό στην Τέχνη είναι μόνο το Όμορφο, και ανήθικο είναι μόνο το άσχημο»).

Τον Οκτώβριο του 1907, φεύγει για το Παρίσι, όπου συνεχίζει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή, ενώ συγχρόνως παρακολουθεί τις παραδόσεις του φιλοσόφου Ανρί Μπερξόν. Την ίδια εποχή εξοικειώνεται με τη φιλοσοφία του Νίτσε και εκπονεί τη διατριβή του με τίτλο «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας», την οποία ολοκληρώνει το 1909. Παράλληλα, ασχολείται και με τις λογοτεχνικές του συγγραφές.

Το 1907, δημοσιεύει στο περ. Πινακοθήκη μια πράξη του δράματος Φασγά και το 1909, στο Παρίσι, γράφει την τραγωδία Θυσία [=Ο Πρωτομάστορας].

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, περιηγείται για ένα περίπου μήνα τη Φλωρεντία και τη Ρώμη και διαμένει για λίγο στο Ηράκλειο. Όταν επιστρέφει στο Ηράκλειο, συνθέτει το θεατρικό Κωμωδία. Τραγωδία μονόπραχτη, που δημοσιεύεται στα περιοδικά Κρητική Στοά (Ηράκλειο, 1909) και Σεράπιον (Αλεξάνδρεια, 1909). Σύντομα, όμως αποφασίζει να εγκατασταθεί οριστικά στην Αθήνα.

Στην Ιταλία ταξίδεψε το Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1909, λίγο πριν επιστρέψει στο Ηράκλειο. Οι πρώτες του ταξιδιωτικές εντυπώσεις δημοσιεύονται στην εφημερίδα Νέον Άστυ. Το πρόβλημα του βιοπορισμού παραμένει έντονο. Ο συγγραφέας δεν αποδέχεται το διορισμό του στη θέση του γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα εισόδημα ως μεταφραστής ή επιδίδεται σε ποικίλες επιχειρήσεις. Στους Βαλκανικούς πολέμους, κατατάσσεται ως εθελοντής και υπηρετεί στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου.

Στην Αθήνα, ο Καζαντζάκης λαμβάνει ενεργό μέρος στην πνευματική ζωή. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» (1910) και γίνεται εταίρος της Εταιρίας των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών (1916). Το Μάιο του 1910, υποβάλλει τη Θυσία στο Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα και αποσπά το πρώτο βραβείο. Το δράμα εκδίδεται με τον τίτλο Ο Πρωτομάστορας και αφιερώνεται στον Ίδα [=Ίων Δραγούμης]. Το 1916, διασκευάζεται σε «μουσική τραγωδία» από τον Μανόλη Καλομοίρη και ανεβαίνει από τον «Ελληνικό Μουσικό Θίασο» στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Ο Καζαντζάκης συνάντησε το Σικελιανό στα γραφεία του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», το Νοέμβριο του 1914. Η γνωριμία του με τον Σικελιανό το 1914, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο πνευματικών αναζητήσεων. Οι δύο φίλοι μελετούν μαζί και περιηγούνται την Ελλάδα. Μετά το 1920, οι δρόμοι τους χωρίζουν, λόγω των ιδεολογικών τους διαφορών. Η φιλία τους αναθερμαίνεται το 1942, αλλά η κοινή τους υποψηφιότητα για το βραβείο Νομπέλ γίνεται αφορμή να ψυχρανθούν και πάλι οι σχέσεις τους.

Το Μάιο του 1919, ο Καζαντζάκης διορίζεται διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως. Το καθήκον που του ανατέθηκε ήταν ο επαναπατρισμός των Ελλήνων προσφύγων που είχαν εγκλωβιστεί στον Καύκασο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 σήμανε το τέλος της υπηρεσίας του Καζαντζάκη στο υπουργείο. Απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις και από τη δολοφονία του φίλου του Ίωνα Δραγούμη, ο συγγραφέας πηγαίνει για ένα μήνα στη Γερμανία (Ιανουάριος 1921).

Την περίοδο 1923–1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα.

Ο Φρόιντ

Επιστρέφοντας, απομονώνεται στην Κηφισιά μαζί με τον φίλο του Κ. Σφακιανάκη και δουλεύει την τραγωδία Χριστός. Στη συνέχεια, ταξιδεύει στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, και όταν εξασφαλίζει συνεργασία με τον εκδότη Δ. Δημητράκο, φεύγει για τη Βιέννη. Στη Βιέννη, ο Καζαντζάκης καταπιάνεται με τη σύνθεση ενός μυθιστορήματος με τίτλο Ένας χρόνος μοναξιά, που έμεινε ανέκδοτο, καθώς και με έναν έμμετρο Βούδα σε 3000 στίχους, τον οποίο κατέστρεψε. Στο Βερολίνο, ξαναγράφει τον Βούδα σε πεζό λόγο και καταστρέφει ξανά το χειρόγραφο. Αυτήν την εποχή, συλλαμβάνει την ιδέα της Ασκητικής και αρχίζει να τη συνθέτει σε μια πρώτη μορφή.

Η παράξενη δερματοπάθεια που εμφανίζεται στο πρόσωπό του, την οποία ο γιατρός Στέκελ (Stekel) χαρακτήρισε ως «masque de sexualité» [=μάσκα της σεξουαλικότητας], γίνεται αφορμή για να μελετήσει τις θεωρίες του Φρόυντ.

Από το φθινόπωρο του 1921, εγκαθίσταται στο Βερολίνο. Δουλεύει την Ασκητική, παρακολουθεί το συνέδριο των Αναμορφωτών της Παιδείας, γνωρίζεται με τον «πύρινο κύκλο» της Ραχήλ Λιπστάιν και περνά στον αστερισμό του Λένιν. Το καλοκαίρι του 1923, περιηγείται τη Γερμανία και επισκέπτεται τη γενέτειρα του Νίτσε. Αρχές του 1924, ταξιδεύει στην Ιταλία και παραμένει στην Ασίζη μέχρι τον Απρίλιο.

Παράνομη πολιτική δράση

Το 1924-25, ο Καζαντζάκης αναλαμβάνει παράνομη πολιτική δράση στο Ηράκλειο, ως πνευματικός ηγέτης μιας κομμουνιστικής ομάδας δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαίμαχων της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Εξαιτίας της ανάμειξής του, συλλαμβάνεται από τις αστυνομικές αρχές της πόλης και κρατείται για ένα εικοσιτετράωρο. Στη συνέχεια, υποβάλλει στην Ανακριτική Αρχή Ηρακλείου ένα υπόμνημα, όπου συνοψίζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Το κείμενο δημοσιεύεται στη Νέα Εφημερίδα Ηρακλείου με τίτλο «Ομολογία Πίστεως» (16.2.1925).

Κάντα

To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Μετάφρασε ακόμη τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών που ονόμαζε κάντα. Αυτά ενσωματώθηκαν αργότερα σ’ έναν τόμο με τίτλο Τερτσίνες (1960). Αργότερα, ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Λίγο αργότερα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και τη Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας.

Το τέλος

Το καλοκαίρι του 1946 ο Καζαντζάκης αναχωρεί για την Ευρώπη, οριστικά, όπως αποδεικνύεται. Διαμένει για ένα διάστημα στην Αγγλία, προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου, και στη συνέχεια εγκαθίσταται στο Παρίσι και διορίζεται φιλολογικός σύμβουλος στην UNESCO. Το Μάρτιο του 1948. Από τον Ιούνιο του 1948, το ζεύγος Καζαντζάκη εγκαθίσταται στην Αντίμπ (Αντίπολη) της Κυανής Ακτής, όπου θα αποκτήσει δικό του σπίτι το 1954.

. Η τελευταία δεκαετία της ζωής του είναι εξίσου δημιουργική και έντονη. Έχοντας κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση, γράφει μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, μεταφράζει, ταξιδεύει. Από το 1951, η υγεία του ολοένα κλονίζεται. Χάνει το δεξί του μάτι, ενώ κατά καιρούς εισάγεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ για τη θεραπεία της καλοήθους λεμφοειδούς λευχαιμίας που τον ταλαιπωρεί.

Τον Ιούνιο του 1957, ο Καζαντζάκης αφήνει την Αντίμπ και ξεκινά μαζί με την Ελένη και το ζεύγος Ευελπίδη για την Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Μετά από ένα περίπου μήνα περιήγησης στη χώρα, φτάνουν αεροπορικώς στην Καντόν, και ετοιμάζουν την επιστροφή τους μέσω Ιαπωνίας. Ο Καζαντζάκης εμβολιάζεται για ευλογιά και χολέρα, αλλά παθαίνει μόλυνση και νοσηλεύεται στο Εθνικό Νοσοκομείο της Κοπεγχάγης. Καθώς επιδεινώνεται η κατάσταση του, μεταφέρεται στην πανεπιστημιακή κλινική του Φράιμπουργκ. Παρ’ όλο που ξεπερνά τη μόλυνση, προσβάλλεται από ασιατική γρίπη και πεθαίνει στις 26 Οκτωβρίου 1957 στο Φράιμπουργκ. Η σορός του μεταφέρεται οδικώς από το Φράιμπουργκ στην Αθήνα και αεροπορικώς στο Ηράκλειο, όπου εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στον Άγιο Μηνά. Η κηδεία του γίνεται στις 5 Νοεμβρίου, στο κατάμεστο από κόσμο Ηράκλειο. Ενταφιάζεται στον προμαχώνα Μαρτινέγκο. Στον τάφο του δεσπόζει ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός από ακατέργαστους κορμούς και η επιγραφή «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

Η διεθνής αναγνώριση

Αν στην Ελλάδα ο Καζαντζάκης δεν καταφέρνει να εκλεγεί ακαδημαϊκός, στο εξωτερικό η φήμη του εξαπλώνεται ραγδαία την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Οι μεταφράσεις των έργων του σε ευρωπαϊκές και μη γλώσσες πυκνώνουν, δράματά του μεταδίδονται από ευρωπαϊκούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ή ανεβαίνουν σε ευρωπαϊκά θέατρα, ο Ζορμπάς παίρνει το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος στη Γαλλία (1954), ο Στάνφορντ αφιερώνει στην Οδύσσεια ένα κεφάλαιο του βιβλίου του για το θέμα του Οδυσσέα. Επίσης, ο Ζυλ Ντασσέν μεταφέρει στον κινηματογράφο το Χριστός Ξανασταυρώνεται και η ταινία προβάλλεται με επιτυχία στο φεστιβάλ των Κανών (1957).

Η δίωξη για τα βιβλία

Το 1953, η Εκκλησία της Ελλάδος ζητά το διωγμό του Καζαντζάκη για ορισμένα αποσπάσματα του Καπετάν Μιχάλη και για τον Τελευταίο Πειρασμό, προτού ακόμη το μυθιστόρημα εκδοθεί στην Ελλάδα. Την επόμενη χρονιά, ο Πάπας αναγράφει τον Τελευταίο Πειρασμό στον Κώδικα Απαγορευμένων Βιβλίων (Index). Πολλοί διανοούμενοι και φορείς υπερασπίζουν τον συγγραφέα, που τηλεγραφεί στο Βατικανό τη φράση του Τερτυλλιανού «Στο δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση». Τελικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θέτει τέρμα στις φήμες και τις αιτήσεις περί αφορισμού, λέγοντας ότι το ζήτημα εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Εκκλησίας της Κρήτης.

Η Γαλάτεια

Ενώ σπουδάζει στην Αθήνα, ο Καζαντζάκης περνά στο Ηράκλειο τις γιορτινές διακοπές και τα καλοκαίρια. Σε κάποιον περίπατο, βλέπει τη Γαλάτεια, τη μεγαλύτερη κόρη του λογίου εκδότη Στυλιανού Αλεξίου. Λίγο αργότερα, σημειώνει στο λεύκωμα ενός φίλου του ότι αυτό που επιθυμεί είναι «η Γαλάτεια και μία καλύβη». Το τετράδιο φτάνει στα χέρια της Γαλάτειας, που ζητά να γνωρίσει από κοντά τον θαυμαστή της. Η πρώτη τους συνάντηση γίνεται πιθανότατα στα τέλη του 1904 και δεν αργεί να εξελιχθεί σε αισθηματικό δεσμό. Από τον Απρίλιο του 1910, εγκαθίσταται στην Αθήνα και λίγο αργότερα ξεκινά η συμβίωσή του με τη Γαλάτεια, με την οποία θα στεφανωθεί ενάμιση χρόνο αργότερα. Η συμβίωση του Νίκου και της Γαλάτειας προκάλεσε την αντίδραση και των δύο οικογενειών. Τελικά, μετά από τις καλοκαιρινές διακοπές τους στο Κράσι Ηρακλείου, το ζευγάρι παντρεύτηκε, παρά τη θέληση του Μιχάλη Καζαντζάκη, τον Οκτώβριο του 1911, στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο. Το επόμενο καλοκαίρι, ο Νίκος και η Γαλάτεια παραθερίζουν ξανά στο Κράσι, μαζί με την Έλλη και τον Λευτέρη Αλεξίου, τον Βάσο Δασκαλάκη, τον Κώστα Βάρναλη και τον Μάρκο Αυγέρη. Ο γάμος δεν αργεί να παρουσιάσει σημάδια κρίσης. Στην πραγματικότητα, το ζευγάρι θα ζει σε διάσταση για αρκετά χρόνια. Το διαζύγιό τους εκδίδεται το 1926, από το Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά από αίτηση της Γαλάτειας.

Ελένη Σαμίου

Η πρώτη συνάντηση του Καζαντζάκη με την Ελένη Σαμίου έγινε το Μάιο του 1924, σε μια εκδρομή του Οδοιπορικού Συλλόγου στην Πεντέλη. Λίγους μήνες αργότερα, παραθερίζουν οι δυο τους στο ερημικό ακρογιάλι του Λέντα, στα νότια του Ηρακλείου, ενώ το Σεπτέμβριο του 1925 η «Λένοτσκα» πηγαίνει να τον βρει στην Αίγινα.Το 1928, πηγαίνει να τον ανταμώσει στη Μόσχα. Αυτή ήταν η απαρχή της κοινής τους ζωής, βασισμένη στην αμοιβαία υπόσχεση απόλυτης αφοσίωσης. Ο γάμος τους έγινε το Νοέμβριο του 1945, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού. Η Ελένη στάθηκε πιστά και ακούραστα στο πλευρό του Καζαντζάκη. Τον ακολούθησε παντού, δέχτηκε τον πλάνητα βίο του, φρόντιζε για όλα τα πρακτικά προβλήματα, δακτυλογραφούσε τα έργα του, απαντούσε σε επιστολές, μάζευε τις κριτικές που δημοσιεύονταν στον τύπο. Μετά το θάνατό του, εκείνη ανέλαβε την προώθηση του έργου του, τη διάσωση του ανέκδοτου υλικού, των επιστολών, των σημειώσεων και των ημερολογίων του.

ΒΑΣΙΚΗ ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Μυθιστορήματα

  • Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946)
  • Ο Καπετάν Μιχάλης (1953)
  • Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (1954)
  • Ο Τελευταίος Πειρασμός (1955)
  • Ο φτωχούλης του Θεού (1956)
  • Τόντα Ράμπα (1956)
  • Ο Βραχόκηπος (1960)
  • Αναφορά στον Γκρέκο (1961)
  • Οι αδερφοφάδες (1963)

Ποιήματα

  • Οδύσσεια (1938)
  • Τερτσίνες (1960)
  • Θεατρικά
  • Προμηθέας
  • Κούρος
  • Οδυσσέας
  • Μέλισσα
  • Χριστός
  • Ιουλιανός ο Παραβάτης
  • Νικηφόρος Φωκάς
  • Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος
  • Καποδίστριας
  • Χριστόφορος Κολόμβος
  • Σόδομα και Γόμορα
  • Βούδας

Μεταφράσεις

  • Ιλιάδα
  • Οδύσσεια
  • Θεία Κωμωδία του Δάντη
  • Φάουστ του Γκαίτε
  • Ταξιδιωτικά
  • Ταξιδεύοντας (1927)
  • Τι είδα στη Ρουσία (1928)
  • Ισπανία (1937)
  • Ιαπωνία – Κίνα (1938)
  • Αγγλία (1941)

Φιλμογραφία

«Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει» (1956), ταινία του Ζιλ Ντασέν, βασισμένη στο μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.
«Αλέξης Ζορμπάς» (1964), σε σκηνοθεσία Μιχάλη Γεωργιάδη.
«Ο τελευταίος πειρασμός» (1988), σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε.
«Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (1975), τηλεοπτική παραγωγή της ΕΡΤ σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη.

Πηγές: Βικιπαίδεια, sansimera.gr, polignosi.com, kazantzakis.gr