Σπασμένες ψυχές: Το πρώτο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη

Share

Το βιβλίο «Σπασμένες ψυχές», το οποίο είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης, και το έγραψε στο Παρίσι το πρώτο εξάμηνο τον 1908. Σύμφωνα με τον Πάτροκλο Σταύρου, το μυθιστόρημα δημοσιεύθηκε σε περιοδικό και ο συγγραφέας το έγραψε με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης. Δεν υπήρξε έκτοτε άλλη δημοσίευσή του, ενώ, κατά τον Πάτροκλο Σταύρου, πριν τις «Σπασμένες ψυχές» έγραψε και άλλο πεζογράφημα, το «Όφις και κρίνο», ωστόσο θεωρείται κατά τον Πάτροκλο νουβέλα.

Η υπόθεση

Στο βιβλίο, ο Ορέστης Αστεριάδης, υποψήφιος διδάκτορας στο Παρίσι, ετοιμάζει μια βαθυστόχαστη πραγματεία με τίτλο Καινή Διαθήκη, με την οποία ευαγγελίζεται μια νέα θρησκεία. Στις 25 Μαρτίου, στον τάφο του Κοραή, εκφωνεί έναν λόγο στους συμπατριώτες και συμφοιτητές του, προσπαθώντας να τους πείσει να συμμετάσχουν στην προετοιμασία μιας μεγάλης πνευματικής επανάστασης. Εκείνοι τον χλευάζουν, διακόπτοντας τη βαρυσήμαντη ομιλία του. Στο στενό περιβάλλον του Ορέστη ανήκουν η Χρυσούλα, μια νεαρή άβουλη γυναίκα που συζεί μαζί του, και ο Γοργίας, ένας σχολαστικός προγονόπληκτος φιλόλογος προχωρημένης ηλικίας, που είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Χρυσούλα. Υπάρχει, βέβαια, και η Νόρα, η μοιραία γυναίκα, που αποσπά τον Ορέστη από την πνευματική του αποστολή και τον παρασύρει στις παγίδες του έρωτα, για να τον εγκαταλείψει αργότερα. Ο Ορέστης καταντά να αλητεύει στους δρόμους του Παρισιού, ο Γοργίας σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η Χρυσούλα αρρωσταίνει και πεθαίνει.

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

«Έργο τέλεια αρνητικό. Όλα τα πρόσωπα είναι σπασμένα»

«[…] Οι Σπασμένες Ψυχές είναι έργο τέλεια αρνητικό. Όλα τα πρόσωπά του είναι σπασμένα. Κι ο Ορέστης κ’ η Χρυσούλα, κι ο Γοργίας.

»Ο Ορέστης κλεισμένος στο γραφείο του ξόδεψε τα νιάτα του σε δογκιχώτικα κονταροχτυπήματα. Χιλιάδες ιδέες, ωραίες μέσα στα βιβλία, κωμικές μέσα στη ζωή, αεροκυματίζουν στο μυαλό του. Χιλιάδες μέσα του ιδιότητες, ωραίες μα αντιφατικές κ’ επομένως ολέθριες, αναταραζόντανε ασυστηματοποίητες, απειθάρχητες, χωρίς καμιά κατεύθυνση ορισμένη, δέρνοντας πότε δω, πότε κει. Πότε τόνε ρίχναν ακράτητο στο κήρυγμα μιας καινούργιας Θρησκείας, πότε στο φριχτό κρεβάτι μιας γυναίκας, πότε στην έκσταση των μουσείων, πότε στην απογοήτεψη και το σκεπτικισμό.

»Δεν ξέρει ο Ορέστης τι θέλει, μήτε τι μπορεί να θέλει. […] »Τίποτα το ενιαίο, το συστηματικό, το πειθαρχημένο. Τον έδερνε μια αναρχία τέλεα ρωμαίϊκη. […] »Έσπασε από την πρώτη μέρα που βγήκε στον καθαρόν αέρα όξω από το γραφείο του και μίλησε τόσο ορμητικά, ωραία κ’ επιπόλαια· επιπόλαια, γιατί η ζωή είναι αλλιώς, είναι πιο σκληρή η ζωή και πιο ανυπόταχτη και δε σκλαβώνει αυτή έτσι εύκολα τον καταρράχτη της στα γεωμετρικά, κανονικά αυλάκια που της χαράζει ο κάθε ανθρωπάκος. »Ρίχτηκε ο Ορέστης εναντίον τής Πραγματικότητας, πολύ απότομα και δογκιχώτηκα, κ’ έσπασε. Δεν έμαθε ο Ορέστης (κ’ είναι θανάσιμη για τον κάθε οργανισμό αυτή η άγνοια), δεν έμαθε με τι τρόπο πρέπει να πολεμήσομε την Πραγματικότητα και να προσπαθούμε να τη φέρνομε στα νερά μας. Η Πραγματικότητα είναι σαν τα δυνατά κι άγρια ζώα. Άμα τη χαδέψεις λίγο, άμα την αγαπήσεις, κυλιέται στα πόδια σου και σου γλείφει τα χέρια. Αν αντάρτικα ριχτείς καταπάνω της, το ξύλινο κοντάρι σου σπα, κι όχι μόνο δεν κατορθώνεις τίποτα, μα και μπορεί μ’ ένα κίνημα του χοντρότατου χεριού της να σε κάμει χίλια κομμάτια. […] »Η Χρυσούλα πάλι, από τις γυναίκες τις ευγενικές κ’ ευκολόσπαστες, που στις φλέβες τους δεν τρέχει αίμα, γάλα μόνο και ροδόσταμο. […] Η πολλή της καλοσύνη την είχε αφοπλίσει απ’ όλα τα όπλα, όχι μόνο τα επιθετικά μα και τ’ αμυντικά, που χωρίς αυτά σκοτωνόμαστε στον αγώνα τής ζωής. […] Λυγίζει, σκλάβα τής Καλοσύνης και της Αγάπης, στριγμώνεται σε μια γωνιά τής κάμερας, χαμογελά και πεθαίνει. » Κ’ είναι κι ο Γοργίας, που ζει και δε ζει, παραμιλεί και δε μιλεί, κοιτάζει και δε βλέπει. Προγονόπληχτος παραδέρνει σε κόσμους ωραίους μα ανύπαρχτους και δεν μπορεί ποτέ του να νιώσει πως κάμποσα χρόνια περάσανε από την “εν Σαλαμίνι” ναυμαχία. »Αφαιρεμένος, ονειροπλανταγμένος. Τόνε κλέφτουνε μια μέρα κι αντί να πάει στην αστυνομία να καταγγείλει την κλεψιά, πάει στην Αφροδίτη τής Μήλου να της πει τον πόνο του. […] »Άνθρωποι κ’ οι τρεις σπασμένοι. Άνθρωποι με ωραιότητες μέσα τους, μα με τόση επιπολαιότητα κι ονειροπόλα αντίληψη, που μήτε ωφέλιμοι είναι στην κοινωνία μήτε καν βιώσιμοι. Μέσα τους έχουνε το χαμό τους. Και τους σακάτηδες αυτούς η Ζωή, καλύτερη διοργανωμένη ανθρώπινη αστυνομία, τους σαρώνει ένα πρωί όλους κι αφήνει τη θέση αδειανή για άλλους οργανισμούς πιο δυνατούς (ας είναι και πιο παχύδερμοι) και πιο προσαρμοσμένους στην αληθινή τριγύρω τους ζωή. »Βλέπετε ήτανε αδύνατο παρά αρνητικά να γραφούνε οι Σπασμένες Ψυχές. […]»

(Απόσπασμα από Σημείωμα του Νίκου Καζαντζάκη για το μυθιστόρημά του Σπασμένες Ψυχές, στον Νουμά τής 27.9.1909.)

TRIVIA

>> Ο 25χρονος μεταπτυχιακός φοιτητής Νίκος Καζαντζάκης γράφει τις Σπασμένες Ψυχές, που δημοσιεύονται στο περιοδικό Νουμά στην Αθήνα σε 24 συνέχειες, το 1909-1910.

>> Πέρα από τη δημοσίευση του βιβλίου το 1908, στο περιοδικό δεν υπήρξε έκτοτε άλλη δημοσίευσή του. Εκδόθηκε 50 χρόνια μετά από τις εκδόσεις Καζαντζάκη το 2007.

>> Το βιβλίο ο συγγραφέας, το αφιέρωσε στην Πετρούλα Ψηλορείτη που ήταν στην πραγματικότητα η Γαλάτεια Αλεξίου, αγαπημένη του τότε, μετέπειτα σύζυγός του, με την οποία δεν ταίριαξε και κατέληξαν σε διάσταση και σε διαζύγιο.

>> Ο Καζαντζάκης προόριζε το βιβλίο ως μέρος μιας μυθιστορηματικής τριλογίας, που θα περιελάμβανε επίσης τα μυθιστορήματα «Ζωή η αυτοκρατόρισσα» και Θεάνθρωπος». Τελικά, δεν προχώρησε τη συγγραφή, δημοσίευσε, όμως, «Ένα πορτραίτο από τη Ζωή την αυτοκρατόρισσα» στο περ. Πινακοθήκη, τον Δεκέμβριο του 1909.


Share