H φοιτήτρια που γνώρισε τον Νίτσε στον Καζαντζάκη

Share

Ο Καζαντζάκης διάβασε όλους τους μεγάλους αλλά λάτρεψε αποκλειστικά σχεδόν τον Νίτσε στον οποίο αφιέρωσε και την επί υφηγεσία διατριβή του – και βάλθηκε από τότε να μετοικήσει στη Γερμανία για να έρθει σε επαφή με τη σκέψη των σπουδαίων ποιητών και φιλοσόφων όπως εκείνος. Η πνευματική γνωριμία του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957) με το έργο του Γερμανού φιλοσόφου και ποιητή Φρειδερίκου Νίτσε (1844-1900) έγινε στο Παρίσι, όταν την 1.10.1907 έφθασε ο 24χρονος Κρητικός, αριστούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Γαλλία. Εκεί έγραψε το πρώτο σχέδιο της εναισίμου επί υφηγεσία διατριβής του. Στο Παρίσι ξαναγύρισε το 1909 και παρέμεινε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, οπότε συμπλήρωσε τη διατριβή του. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου την τύπωσε σε βιβλίο 93 σελίδων. Η «γνωριμία» του Καζαντζάκη με τον Νίτσε υπήρξε ορόσημο για τη ζωή του. Δεν υιοθέτησε απόλυτα το σύστημα των ιδεών και θεωριών του, που υπερβαίνει τη λογική και φθάνει σε άκρα.

Τι είπε ο συγγραφέας

Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη.

-Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα.

Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.

-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.

Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.

-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε; Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.

-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;

-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.

-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή. Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.

-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.

Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου. Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα. Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του -πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου- και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα.

Σιγά – σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν. Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού.

Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.

Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης.

Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. [.] Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.

Α! φώναζα αγανακτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση.

Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! [.] Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.

«Μανιώδης μελετητής του Νίτσε»

«…Και βιολογικά δοκιμάσθηκε φοβερά ο Νίτσε, και βλέπουμε τον Καζαντζάκη να εύχεται να είναι άμοιρος από τη μοίρα του «αντίθεου προφήτη». Νιτσεϊκές ιδέες εμφανίζονται στα έργα του Καζαντζάκη (λ.χ. στην «Ασκητική», στην «Οδύσεια» και στη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του «Αναφορά στον Γκρέκο»). Πολύ νεαρός ο Καζαντζάκης έγραψε μια διατριβή ολκής για μια τιτανική προσωπικότητα, λειτουργώντας μέσα σε πλαίσια αντικειμενικά και επιστημονικά, τόσο κατά την ανάλυση των ιδεών της μεγάλης πνευματικής φυσιογνωμίας του Νίτσε όσο και κατά τη θεώρησή του υπό το πρίσμα των δεδομένων της εποχής και διαχρονικά. Ο Καζαντζάκης είχε μεταφράσει και δύο έργα του Νίτσε. Το βιβλίο παρουσιάζει την πρώτη αγγλική μετάφραση της διατριβής του Νίκου Καζαντζάκη, το 1909, πάνω στην πολιτική και νομική φιλοσοφία του Νίτσε. Προτού ο Καζαντζάκης γίνει ένας από τους πιο διάσημους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, υπήρξε μανιώδης μελετητής της σκέψης του Νίτσε».

Daniel Conway, συγγραφέας του βιβλίου Nietzsche and the Political


Share