Ο Καζαντζάκης στην Άπω Ανατολή

Share

Το 1935 ταξιδεύει στην Ιαπωνία και στην Κίνα για πρώτη φορά, ως δημοσιογράφος απεσταλμένος της αθηναϊκής εφημερίδας «Ακρόπολις». Λογοτεχνικός και ιστορικός καρπός αυτού του ταξιδιού είναι το βιβλίο «Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία – Κίνα». Ένα δεύτερο ταξίδι του στην Κίνα θα γίνει το 1957 μαζί με τη σύντροφο και σύζυγό του Ελένη. Όμως στο ταξίδι της επιστροφής, 26 Οκτωβρίου 1957, ο Νίκος Καζαντζάκης αφήνει την τελευταία του πνοή στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Τα κείμενά του αυτά, μια συλλογή άρθρων για τη χώρα που επισκέφθηκε ως ανταποκριτής Τύπου, αναδεικνύουν την ιδιαίτερη ματιά του καθώς περιγράφει τόπους και πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις, ιστορίες και μυθιστορίες. Ανάμεσα στην αντικειμενικότητα και στην υποκειμενικότητα, ο ταξιδιώτης-περιηγητής Καζαντζάκης διηγείται και καταγράφει την «αλήθεια» της χώρας και του τόπου πάντα με το δικό του καθαρό και ανόθευτο ποιητικό μάτι. Η Ελένη συμπληρώνει το βιβλίο βασισμένη σε σημειώσεις του και προσθέτει Επίμετρο (1961) για το μοναχικό της ταξίδι στην Άπω Ανατολή και συμπληρώνει το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας. Ο Πάτροκλος Σταύρου έχει γράψει για τα ταξίδια του συγγραφέα: Στο Ιαπωνία – Κίνα ο Καζαντζάκης γράφει με πάθος και κατανόηση για τις εμπειρίες του στο Χονγκ Κονγκ, στο Κόμπε, στο Τόκιο, στο Κιότο, στο Πεκίνο και στη Σαγκάη. Η φτώχεια και η εξαθλίωση της Κίνας στη δεκαετία του ’30· η απειλή της Ιαπωνίας, που αρματώνεται για πόλεμο· το χρώμα, η μουσική, η αρχιτεκτονική, το θέατρο και η λογοτεχνία των δύο μεγάλων εθνών – όλα ζωντανεύουν ανάγλυφα, μέσα από τις λέξεις του Καζαντζάκη. Το Ιαπωνία – Κίνα είναι ένα λαμπρό πανόραμα της Ανατολής, πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα από τα μάτια ενός ασύγκριτα οξυδερκούς παρατηρητή.

Κίνα:

Η ψυχή και η μουριά

Ο Νίκος Καζαντζάκης ως ταξιδιώτης και οξυδερκής παρατηρητής εντοπίζει τη φτώχεια και την εξαθλίωση της Κίνας της δεκαετίας του ’30, το χρώμα, τη μουσική, την αρχιτεκτονική, το θέατρο. Ο συγγραφέας περιγράφει την Κίνα, χαρακτηρίζοντάς τη «χελώνα των εθνών». Και επικεντρώνεται στην αναζήτηση της κινέζικης ψυχής σημειώνοντας ότι: «Πλούσια είναι η κινέζικη ψυχή, και μπόρεσε να δημιουργήσει τόσο θαμαστές, γόνιμες αντίθετες και τόσο εξαίσιο πολιτισμό. Χωρίς την επέμβαση του πραχτικού, στέρεου νου, η επαφή με την ουσία θα παρέμενε άμορφη κι ασυνάρτητη. Χωρίς την αγιάτρευτη μυστική λαχτάρα, ο πραχτικός νους θα ‘μενε στείρος, ανίκανος να πεθυμήσει μεγάλα, έξω από την άμεση ανάγκη, έργα». Συμβολισμοί και μυστικά της αχανούς χώρας, τα πλήθη των ανθρώπων της προβάλλουν στο καζαντζακικό οδοιπορικό: «Το πιο μεγαλοφάνταστο σκουλήκι της γης, ο μεταξοσκούληκας, αυτός είναι το αληθινό σύμβολο της Κίνας: σούρνεται απάνω στα φύλλα της μουριάς όλο κοιλιά και στόμα, τρώει, λερώνει, ξανατρώει ένας ταπεινός, βρωμερός σωλήνας με δυο τρύπες. Κι άξαφνα όλο το φαΐ γίνεται μετάξι, το άθλιο σκουλήκι τυλίγεται μέσα στα πλούτη της φαντασίας του και πετάει, με τον καιρό, δυο άσπρες όλο χνούδι φτερούγες. Δεν υπάρχει πολιτισμός με τόση ποίηση κι ευαισθησία σαν τον κινέζικο. Ποτέ άνθρωπος δε λύτρωσε από τη λάσπη τόσο τέλεια το πνέμα όσο ο Κινέζος». Ο κρητικός συγγραφέας γοητεύεται ιδιαίτερα από την ξεχωριστή γλώσσα -σε γραφή και σε ομιλία-, τις μυθοπλαστικές ιστορίες και τους φιλοσοφημένους λογοτεχνικά στίχους των ποιητών της Ανατολής. Για τον λόγο αυτό «συν-δια-λέγεται» με κινέζικους στίχους, μπλέκοντας τη δική του σκέψη και τις ιδέες του με εκείνες των απομακρυσμένων γεωγραφικά ποιητών.

Ιαπωνία:

Σακουρά και κοκορό

Τη χώρα του Ανατέλλοντος ηλίου, μια νησιωτική χώρα με 3.800 νησιά, επισκέφθηκε ο Καζαντζάκης στα 1935. Στο βιβλίο αυτό ο Καζαντζάκης με γλαφυρότατο τρόπο μιλάει για την ιστορία της μακρινής Ιαπωνίας, τις συνήθειες, τις τέχνες και τη θρησκεία της. Συστήνει μια χώρα με ανθρώπους που έχουν έντονο το αίσθημα της ευθύνης – οι Γιαπωνέζοι δίνουν μεγάλη σημασία στην ικανοποίηση, αν όχι μόνο των προγόνων τους (κάτι που είναι μέρος κυρίως της θρησκείας του Σιντοϊσμού) αλλά και της ίδιας τους της χώρας και του πνεύματός της. Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου ξεπετάγεται ένας κόσμος με συνήθειες και ήθη εντελώς διαφορετικά από αυτά που έχει συνηθίσει ο δυτικός άνθρωπος. Με μονάχα δύο ιαπωνικές λέξεις ξεκίνησε ο Νίκος Καζαντζάκης από την Ελλάδα να κάνει ταξίδι: με τις λέξεις σακουρά που θα πει άνθος της κερασιάς και κοκορό που θα πει καρδιά. Και μ’ αυτές τις λέξεις έφτασε στο λιμάνι του Κόμπε και άρχισε να περιπλανιέται. Αρχικά περιηγήθηκε στο Κόμπε κι ύστερα έπιασε την Οσάκα, τη Νάρα του θεάτρου Νο, το Κυότο με τις γοητευτικές Γκέισες, την Καμακούρα και το Τόκυο. Ανοίχτηκε μπροστά του η Ιαπωνία και μέσα από τα λόγια του ανοίχτηκε μπροστά μας. Μέσα από τις περιπλανήσεις του ο Καζαντζάκης, πίσω από τα θέλγητρα της Ιαπωνίας, διέκρινε κι έναν άλλο κόσμο, παράλληλο, που ζούσε κι ανέπνεε δίπλα στις τέχνες, τους ναούς και την ιαπωνική φύση. Η ικανότητα της αφομοίωσης όμως της γιαπωνέζικης κουλτούρας είναι που γεμίζει την καρδιά του Καζαντζάκη με αισιοδοξία. Αντιλαμβάνεται πολύ καλά τις εργασίες της αφομοίωσης αυτής γιατί έχει εντοπίσει από πριν μια από τις συναρπαστικότερες ιδιότητες του ιαπωνικού λαού: να αφομοιώνει κουλτούρες και ήθη και όχι να εξαφανίζεται μέσα σε ξένες ιδιομορφίες. Αυτή η ιδιότητα, παρ’ όλο που οπωσδήποτε είναι μια ασυναγώνιστη πηγή αισιοδοξίας, δεν είναι κάτι που μας κάνει και τόσο μεγάλη εντύπωση, αφού κανείς την εντοπίζει σε όλους τους πολιτισμούς του ανθρώπου από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας.


Share