Ο Φραγκίσκος και η… κακή σχέση με την Εκκλησία

Share

«Για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει κι επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου»

Εγώ ο ανάξιος που παίρνω σήμερα το φτερό να γράψω το βίο και την πολιτεία σου, πάτερ Φραγκίσκο, ήμουν, θυμάσαι, όταν με πρωτογνώρισες, ένας ταπεινός ζητιάνος, ασκημομούρης, γεμάτο τρίχες το πρόσωπο μου και το κεφάλι μου, ως το σβέρκο, ως τα φρύδια, όλο μαλλί, το μάτι μου φοβισμένο κι αγαθό, τσεύδιζα, μπεμπέριζα σαν αρνί· και συ με ονομάτισες, για να κοροϊδέψεις την ασκήμια μου και την ταπεινοσύνη, φράτε Λεόνε, λιοντάρι. Μα όταν σου ξεστόρησα τη ζωή μου, σε πήραν τα κλάματα, με άρπαξες στην αγκαλιά σου, με φίλησες και μου ‘πες: «Συχώρεσε με, φράτε Λεόνε, σε ονομάτισα λιοντάρι για να σε κοροϊδέψω, μα τώρα το βλέπω, είσαι αληθινό λιοντάρι, γιατί αυτό που κυνηγάς, ένα λιοντάρι μονάχα τολμάει να το κυνηγήσει».

Αφηγητής στο βιβλίο «Ο Φτωχούλης του Θεού» είναι ο φράτε Λεόνε, ένας ταπεινός ζητιάνος που περιπλανιέται στον κόσμο ζητώντας τον Θεό. Όταν φτάνει στην Ασίζη, συναντά τον Φραγκίσκο, ένα πλούσιο αρχοντόπουλο που βασανίζεται από παρόμοιες αναζητήσεις. Ο Φραγκίσκος πιστεύει ότι μέσα από τον Λεόνε του μιλά ο Θεός. Εγκαταλείπει, λοιπόν, την πλούσια ζωή του, συγκρούεται με τον πατέρα του και, ακολουθώντας τις θεϊκές επιταγές, βγαίνει στον κόσμο για να κηρύξει την αγάπη, το ιδανικό της πενίας και την απάρνηση των υλικών αγαθών. Ο Λεόνε τον ακολουθεί και του συμπαραστέκεται μέχρι τον θάνατό του. Ποιος είναι όμως ο φτωχούλης του Θεού στον οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας;

Ποιος ήταν

Προστάτης της Ιταλίας, μαζί με την Αγία Αικατερίνη της Σιένας, καθώς και προστάτης των ζώων και του περιβάλλοντος. Το κοσμικό του όνομα ήταν Τζιοβάνι ντι Πιέτρο ντι Μπερναρντόνε και γεννήθηκε το 1181 ή 1182 στην Ασίζη της Κεντρικής Ιταλίας. Απαρνήθηκε από νωρίς τα πατρικά πλούτη και βρήκε καταφύγιο στα βιβλία, χωρίς να λέει όχι στο ποτό και την καλή παρέα. Σ’ ένα ταξίδι του στη Ρώμη είδε ένα όραμα, που του άλλαξε τη ζωή: Ο ίδιος ο Θεός εμφανίσθηκε ενώπιόν του και του ζήτησε να αποκαταστήσει την Εκκλησία που βρισκόταν σε ηθική αποσύνθεση. Με ένα απλό ρούχο και ξυπόλητος, αλλά με ιεραποστολικό ζήλο, ο μοναχός πλέον Φραγκίσκος άρχισε να κηρύττει τη μεταμέλεια και την πενία, προτρέποντας τους χριστιανούς να ακολουθούν την εντολή του Χριστού προς τους αποστόλους: «Μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών…» (Ματθ. ι 9). Οι πιστοί που τον ακολούθησαν σχημάτισαν αργότερα τα τάγματα των Φραγκισκανών μοναχών (ανδρών και γυναικών), που είναι γνωστοί για τον ασκητικό τρόπο διαβίωσής τους. Σύμφωνα με την παράδοση ο Φραγκίσκος συνήθιζε να κηρύττει τον λόγο του Θεού στα πουλιά και τ’ άλλα πλάσματα της φύσης. Θεωρούσε το σύνολο της φύσης καθρέφτη του Θεού και σειρά βαθμίδων προς τον Θεό. Αποκαλούσε όλα τα πλάσματα «αδελφούς» του και «αδελφές» του. Εξ αυτού του λόγου έχει αναγορευτεί από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία προστάτης των ζώων και του περιβάλλοντος.

Οι αναφορές και η κόντρα με την Εκκλησία

Εκείνο που γοήτευσε τον Καζαντζάκη στην περίπτωση του Φραγκίσκου ήταν κυρίως η αμεσότητα και η αθωότητά του στη σχέση του Δυτικού αγίου με την άλογη κτίση, μια αθωότητα που με θεολογικούς όρους ανακαλεί την αρχέγονη κατάσταση του προσωπικού ανθρώπου μέσα στην παραδείσια δικαιοσύνη. Αυτή η ιδιότυπη αισθητική εικόνα του Φραγκίσκου ενέπνευσε και άλλους ποιητές, συγγραφείς και εικαστικούς καλλιτέχνες. Εκτός όμως από αυτή την ποιητική διάσταση, ο Έλληνας μυθιστοριογράφος διέκρινε και ανέδειξε το πρόσωπο του Φραγκίσκου σε σύμβολο απόλυτης και ανιδιοτελούς στράτευσης σε ένα ιδανικό, όχι κατ’ ανάγκην θρησκευτικό: Μοιάζει παράδοξο, αλλά ο ασκητής του Δυτικού Μεσαίωνα στα μάτια του Καζαντζάκη σαρκώνει το ιδεώδες ανθρωπολογικό μοντέλο του στρατευμένου κοινωνικού αγωνιστή. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι ο Καζαντζάκης, εντάσσοντας τον Φραγκίσκο στο πλαίσιο του δικού του ανθρωποκεντρικού και κοινωνικού κοσμοειδώλου, αφιερώνει το μυθιστόρημά του «στον Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας, τον Dr. Albert Schweitzer».

Η σχέση, όμως, του Καζαντζάκη με τον Φραγκίσκο είχε και μια άλλη καθοριστική συνέπεια για τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος αντιμετωπίστηκε από τη θεολογική και εκκλησιαστική διανόηση στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα με τις ταραγμένες σχέσεις του ίδιου του Καζαντζάκη με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος εξαιτίας των χριστολογικών αντιλήψεων που διατύπωσε στο βιβλίο του «Ο τελευταίος πειρασμός» (1950-1951). Η αντίδραση της Εκκλησίας ήταν άμεση. Κατήγγειλε τις κακόδοξες απόψεις του λογοτέχνη και όταν αυτός παρέμενε αμετακίνητος στις θέσεις του, εκείνη απείλησε τον συγγραφέα με αναθεματισμό, που όμως τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Μετά τον θάνατό του, μάλιστα, η Εκκλησία δίστασε να κηδεύσει τον συγγραφέα, πράγμα που πυροδότησε νέες αντιπαραθέσεις μεταξύ των διανοουμένων της εποχής και της Εκκλησίας. Η διαμάχη αυτή, κατά τη γνώμη μας, επηρέασε αρνητικά τη στάση πολλών θεολόγων αλλά και μελών της Εκκλησίας απέναντι στον Φραγκίσκο.

«Τό κήρυγμα τοῦ Φ. ἦτο ἁπλοῦν, ἀφελές, πλῆρες εἰκόνων, εὐθυμίας, καί χάριτος. […] Ὁ ἅγιος Φ. ὑπῆρξε ἰσχυρά, φλογερωτάτη ψυχή, εὐαίσθητος, καί συνάμα ἀνένδοτος. Ἡ ἀγάπη του πρός τήν φύσιν καί πρός ὅλα τά πλάσματα τῆς γῆς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη πνοή τῆς πρωίμου ἀναγεννήσεως τοῦ ΙΓ΄ αἰῶνος, ἥτις ὀλίγα ἔτη βραδύτερον, ἀνεζωογόνησεν τόν πρῶτον ζωγράφον τῆς νέας ζωῆς, τόν Τζιόττο».

Όπως βλέπουμε, ο Καζαντζάκης, σε μια καθαρεύουσα ανοίκεια στο γλωσσικό ύφος που θα τον καταξιώσει στα κατοπινά του γραπτά, υπογραμμίζει εκείνες κυρίως τις όψεις της φυσιογνωμίας του Φραγκίσκου που αναδεικνύουν τον ταπεινό άγιο σε πρόδρομο τής Αναγέννησης, εντάσσοντάς τον σε ένα πολιτισμικό κίνημα με τεράστια απήχηση που κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ανθρωποκεντρικότητα και η οξεία αντίθεσή του με τον θεοκεντρικό Μεσαίωνα.


Share