6 αναφορές από το βιβλίο «Καπετάν Μιχάλης» για το 1821

Share

Ο μοιραίος, ανεκπλήρωτος έρωτας του καπετάν Μιχάλη για την Εμινέ Χανούμ, η απαγωγή της από τον καπετάν Πολυξίγκη και ο βαρύς τραυματισμός του «ιδιοκτήτη» της Νουρήμπεη συνθέτουν έναν παράλληλο κόσμο με εκείνον των ξεσηκωμών των επαναστάσεων

Ο Καπετάν Μιχάλης είναι το κορυφαίο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το βιβλίο κυκλοφόρησε λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του συγγραφέα και έχει μεταφραστεί σε 28 γλώσσες. Τα γεγονότα αναφέρονται στον ξεσηκωμό του 1889. Κεντρικός ήρωας είναι ο καπετάν Μιχάλης που μένει ασυμβίβαστος, επιθετικός, απρόσιτος, αγέλαστος, άγριος, ανυπόταχτος, μαυροντυμένος και αξύριστος μέχρι να ελευθερωθεί η Κρήτη, όπως δήλωνε ο ίδιος. Κάθε αναφορά στα γεγονότα ή σε αγωνιστές του 1821, στις σελίδες του μυθιστορήματος «Ο καπετάν Μιχάλης», μεταφέρεται στα αποσπάσματα που ακολουθούν.

1. Ο άνθρωπος… εξακολουθεί με πίστη και με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα… το αδύνατο γίνεται δυνατό.

Το ελληνικό γένος αν σώθηκε ώς τα σήμερα, αν επέζησε ύστερα από τόσους εχθρούς -εξωτερικούς κι εσωτερικούς, προπάντων εσωτερικούς- ύστερα από τόσους αιώνες κακομοιριάς, σκλαβιάς και πείνας, το χρωστάει όχι στη λογική -θυμηθείτε τους τρεις εμποράκους που ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, θυμηθείτε το ’21- το χρωστάει στο θάμα. Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας. Ευλογημένη η σπίθα αυτή που αψηφάει τις φρόνιμες συμβουλές της λογικής, κι όταν φτάσει το Γένος στα χείλια του Γκρεμού, βάζει φωτιά σε ολόκληρη την ψυχή και φέρνει το θάμα. Στα θάματα χρωστάει η Ελλάδα τη ζωή της. Πατρίδα, πατρίδα, αναστενάζει ο Μακρυγιάννης, ήσουνα άτυχη από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός… σε κυβερνά και σε διατηρεί ακόμη! Αλήθεια μόνο ο Θεός, μόνο η σπίθα, τη στιγμή που κιντυνεύει σε μια μεριά της Ελλάδας να σβήσει, πετιέται σε μιαν άλλη και γίνεται πυρκαγιά. Νίκος Καζαντζάκης, «Ο καπετάν Μιχάλης».

2. Ο Άγιος Καραΐσκος. Βαριά σιωπή πλάκωσε το σπίτι. Ο καπετάν Μιχάλης σηκώθηκε, έβαλε πάλι το μεϊτάνι, έδεσε δυο γύρους το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι του, τράβηξε κατά την πόρτα. Ζυγάρισε (ζύγιασε) τη γνώμη του, κοντοστάθηκε, έριξε γρήγορη ματιά γύρα του, οι αγωνιστές του ’21 φέγγριζαν ολόγυρα στους τοίχους, με τα άρματα, τα φισεκλίκια, τις κουμπούρες. Τα μουστάκια τους ήταν στριμμένα σα σκοινιά, τα μαλλιά τους έπεφταν στους ώμους…

Κάμποσην ώρα ο καπετάν Μιχάλης αποξεχάστηκε, τους κοίταζε και τους χαιρετούσε έναν έναν. Δεν κάτεχε καλά τα ιστορικά τους, πού πολέμησαν, τι ανδραγαθίες έκαμαν, από πού κρατούσε η σκούφια τους – Ρουμελιώτες, Μοραΐτες, Νησιώτες, Κρητικοί. Μα μήτε και νοιάζουνταν, ένα μονάχα κάτεχε: πως όλοι τούτοι πολέμησαν τον Τούρκο, κι αυτό του έφτανε. Όλα τ’ άλλα είναι για τους δασκάλους.

Σ’ έναν αγωνιστή μπροστά έκαιγε ένα καντηλάκι, σα να ήταν ιερό κόνισμα. Κι όποιος έμπαινε και τον ρωτούσε το γιατί: – Είναι ο Άγιος Καραΐσκος, αποκρίνουνταν ξερά κι έκοβε την κουβέντα. Ετούτος (ο Καραϊσκάκης) ήταν καπετάνιος του παππού του, του Ντελή-Μιχάλη. Μια νύχτα που ‘ταν ταμπουρωμένοι οι Έλληνες στο Φάληρο, κοντά στην Αθήνα, κι είχαν στήσει αντίκρα οι Τουρκαλάδες τα τσαντίρια τους, ο παππούς (του καπετάν Μιχάλη) μέθυσε. Ο αρχηγός (Καραϊσκάκης) είχε βγάλει διαταγή, κανένας μην κουνήσει από το ταμπούρι του ωσότου καταφτάσουν το πρωί κι άλλοι καπεταναίοι.

3. Σκυμμένος σ’ ένα χοντρό βιβλίο, μελετούσε τον μεγάλο σηκωμό του ’21 και σάστιζε ο νους του – τι αδερφοφαγωμάρες, τι κλεψιές και προδοσίες, και συνάμα, από τους ίδιους αγωνιστές, τι ‘ταν εκείνες οι ανδραγαθίες της ράτσας μας, η λεβεντιά, ο έρωτας της λευτεριάς, το θεϊκό νταηλίκι! Κάθε τόσο ο Τίτυρος έβγαζε και σκούπιζε τα ματογυάλια του, θαρρούσε πως αυτά του ‘φταιγαν και θάμπωναν τα γράμματα και δεν έβλεπε, μα ήταν τα μάτια του που βούρκωναν.

Ο Τίτυρος, αδελφός του καπετάν Μιχάλη, δάσκαλος, αδύναμος, δειλός και διστακτικός μεταμορφώνεται σιγά-σιγά σε άξιο πολεμιστή. Το Τίτυρος είναι παρατσούκλι που του κόλλησαν όταν ρώτησε τον πατέρα του, τον καπετάν Σήφακα: Τι τυρός είναι αυτός πατέρα; Τι τυρός, Τίτυρος. Μια κουβέντα αρκεί για ένα νέο όνομα, τόσο δυνατό που το κανονικό όνομα δεν αναφέρεται ποτέ πια. Να θυμηθούμε πως και ο καπετάν Μιχάλης είχε το παρατσούκλι καπετάν Κάπρος.

4. Μια φορά του ‘τυχε να διαβάσει σε μια φυλλάδα έναν λόγο που του ‘χε κάμει μεγάλη εντύπωση: Ρώτησαν, λέει, μια μέρα τον Κανάρη, πώς μπόρεσε κι έκαμε τόσες ανδραγαθίες, κι ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης αποκρίθηκε: «Γιατί πάντα μου, μωρέ παιδιά, έλεγα: Κωσταντή, θα πεθάνεις!» Από τη μέρα εκείνη ο καπετάν Πολυξίγκης έβαλε στραβά το φέσι του, κι είτε πια πόλεμος ξεσπούσε μπροστά του είτε γλέντι, «Πολυξίγκη, θα πεθάνεις!» μουρμούριζε κι έμπαινε πάντα πρώτος.

Ο καπετάν Πολυξίγκης είναι το δεύτερο σημαντικό, μετά τον καπετάν Μιχάλη, πρόσωπο στο μυθιστόρημα. Η περιφρόνησή του για τον θάνατο, η απαγωγή της Εμινέ Χανούμ και ο μέγας έρωτάς του για αυτήν την όμορφη Κερκέζα καθώς και τα γλέντια που έκανε μέσα στον τάφο του -τον είχε κτίσει ευρύχωρο για να χωρούν 5-6 γλεντιστάδες (ο ένας γλεντιστής ο περίφημος λυράρης Βεντούζος)- συνθέτουν έναν άξιο πρωταγωνιστή δίπλα αλλά και απέναντι από τον αδάμαστο καπετάν Μιχάλη. Τρίτος σε παλικαροσύνη και αντρειά είναι ο Τουρκοκρητικός Νουρήμπεης που είχε «αγοράσει» σε σκλαβοπάζαρο την αισθησιακή και πανέμορφη Εμινέ Χανούμ. Το λογοτεχνικό αλλά και στοχαστικό εύρημα του Καζαντζάκη που αφορά τους τρεις τρανούς άντρες του Μεγάλου Κάστρου είναι το εξής: Η Εμινέ Χανούμ διεγείρει την ερωτική διάθεση και των τριών. Ο μοιραίος, ανεκπλήρωτος έρωτας του καπετάν Μιχάλη για την Εμινέ Χανούμ, η απαγωγή της από τον καπετάν Πολυξίγκη και ο βαρύς τραυματισμός του «ιδιοκτήτη» της Νουρήμπεη συνθέτουν έναν παράλληλο κόσμο με εκείνον των ξεσηκωμών των επαναστάσεων, των πολέμων και των σφαγών των χριστιανών. Μια τραγωδία που το τέλος βρίσκει και τους τρεις άντρες αλλά και την Εμινέ νεκρούς. Η αιώνια αντιπαράθεση και συμμαχία: Έρως – Πόλεμος.

5. Και τι χαμπάρια μας φέρνεις, λεβέντη μου, από κει απάνω, από την Ελλάδα; Ρώτησε κι έδειξε βορινά πέρα κατά τον ουρανό. Δεν έχετε πια Τουρκαλάδες εσείς, ποιος τη χάρη σας!

Δεν έχουμε Τούρκους, αποκρίθηκε ο Μήτρος, μα έχουμε κοτζαμπάσηδες και χωροφυλάκους και βουλευτάδες, άσ’ τα, μην τα ξεψαχνίζεις, γέροντα. 

Ένας εθελοντής τσολιάς από τη Ρούμελη συζητά με τον καπετάν Σήφακα, τον πατέρα του καπετάν Μιχάλη. Η κουβέντα γίνεται στην αυλή του καπετάν Σήφακα το 1889.

6 … ένας σπόρος είναι η λευτεριά, μα δεν ποτίζεται αυτός με νερό για να πιάσει, παρά με αίμα.

Το θεϊκό νταηλίκι. Στο μυθιστόρημα αναφέρονται οι ήρωες: Μακρυγιάννης, Καραϊσκάκης, Κανάρης, Κολοκοτρώνης, Μιαούλης, Οδυσσέας Ανδρούτσος. Υπάρχει και μια συγκινητική αναφορά στη Φιλική Εταιρεία. Από τους Κρητικούς ήρωες αναφέρονται πολλοί, κυρίως οι: Δασκαλογιάννης, Κριάρης, Κόρακας, και ο Ηπειρώτης Χατζημιχάλης Νταλιάνης που έπεσε μαχόμενος στο Φραγκοκάστελο των Σφακίων. Οι Σφακιανοί συνέδεσαν το οπτικό φαινόμενο των Δροσουλιτών στα τέλη κάθε Μαΐου με την τραγική κατάληξη αυτής της μάχης.


Share