Αδερφοφάδες: Κόκκινοι εναντίον μαύρων, ο αιώνιος εμφύλιος

Share

Η Ελλάδα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου και ο Νίκος Καζαντζάκης βουτάει την πένα του στο αίμα και γράφει… Οι κόκκινοι και οι μαύροι. Οι μεν και οι δε. Οι από εδώ και οι από εκεί. Οι εμείς και οι αυτοί. Ένα βιβλίο πιο επίκαιρο από ποτέ ειδικά αν το βάλουμε στο πλαίσιο της Κύπρου;

Ένα «σκληρό», ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-49 δίνεται αύριο Κυριακή με τον «Πολίτη», προσφορά από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Νεοκλέους. Το βιβλίο «Οι Αδερφοφάδες» ξεκίνησε να το γράφει στη Γαλλία το 1949 και εκδόθηκε πια αφού είχε πεθάνει, το 1963. Είναι ένα μυθιστόρημα με σπουδαίες αλήθειες και με ζωντανά παραδείγματα. Είναι μια ιστορία με δύο πρωταγωνιστές. Τον πατέρα και τον γιο. Ο πατέρας είναι παπάς. Ένας παπάς «τραχύς», ετοιμόλογος, που δεν σταματάει πουθενά και λέει την αλήθεια. Δεν υπολογίζει συνέπειες. Ο γιος είναι αρχηγός μιας ομάδας ανταρτών. Είναι ο παπα-Γιάνναρος και ο καπετάν Δράκος. Ο Καζαντζάκης περιγράφει το ταξίδι του παπά από τη Μαύρη Θάλασσα στον Κάστελο της Ηπείρου. Είναι σαν το μαρτυρικό και πολύχρονο ταξίδι των Μικρασιατών από τη μάνα Σμύρνη στη μητέρα Ελλάδα. Στο μυθιστόρημα μα και στην πραγματικότητα της εποχής το χωριό είναι χωρισμένο στα δυο. Οι «κόκκινοι» και οι «μαύροι». Κάποιοι θα γράψουν πως στα πρόσωπα δυο εκ των ηρώων υπάρχει ο Βαφειάδης και ο Ζαχαριάδης.

Ο Καζαντζάκης σκιαγραφεί αντικειμενικά εμφύλιο πόλεμο, με όλες τις θλιβερές του αποχρώσεις και συνέπειες. Θάνατος, πείνα, καταστροφή

Στάση του συγγραφέα

Στο βιβλίο περιγράφονται ο εμφύλιος σπαραγμός (1943-1949) και οι οδυνηρές συνέπειές του. Από τις αντιθέσεις και το αλληλοφάγωμα που μαστίζουν τον ελληνικό λαό με αποτέλεσμα, αφενός, τη διάσπαση της ενότητας και, αφετέρου, την επικράτηση ενός αδελφοκτόνου διχασμού. Ο Καζαντζάκης σκιαγραφεί αντικειμενικά εμφύλιο πόλεμο, με όλες τις θλιβερές του αποχρώσεις και συνέπειες. Θάνατος, πείνα, καταστροφή. Μίσος τυφλό και σε μεγάλες δόσεις, από όλες τις πλευρές. Εκεί ανάμεσα έχουμε τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου, τον παπα-Γιάνναρο. Αγέρωχος στέκεται ανάμεσα στις δύο παρατάξεις και προσπαθεί απελπισμένα να τις συμφιλιώσει προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Ο ρόλος του έχει τόση τραγικότητα, μιας και οι δύο παρατάξεις τον αντιμετωπίζουν με αδιαφορία, αφού τον θεωρούν η μία όργανο της άλλης. Ο παπα-Γιάνναρος αναρωτιέται πού πραγματικά βρίσκεται η έννοια του δικαίου· παρόλο που το κοινωνικό και επαναστατικό όραμα των ανταρτών του φαίνεται σωστό σε ορισμένα σημεία, τον προβληματίζει η απάνθρωπη και πολεμοχαρής συμπεριφορά τους. Όσο ο καιρός περνάει, η κατάσταση στον Κάστελο παραμένει τραγική και η διχόνοια που επικρατεί στο χωριό ωθεί τον ήρωα να δράσει, παίρνοντας μια καθοριστική απόφαση: συναντά τον αρχηγό των ανταρτών, τον καπετάν Δράκο (που είναι γιος του) και του μιλά για ειρήνη και αγάπη και συμφωνεί να του παραδώσει το χωριό, με τον όρο να μην πειράξει κανέναν. Στη συνέχεια, απευθύνεται στους χωρικούς και τους πείθει να δεχτούν τη συμφιλίωση, αφού οι αντάρτες υποσχέθηκαν παύση των εχθροπραξιών. Όμως, μόλις οι αντάρτες μπαίνουν στον Κάστελο, ο καπετάν Δράκος εκτελεί δώδεκα άτομα. Ο παπα-Γιάνναρος, θεωρώντας τον εαυτό του υπεύθυνο για τον θάνατο των συγχωριανών του, αποφασίζει να γυρίσει όλα τα χωριά για να συμφιλιώσει τους ανθρώπους και να τους πείσει να μην πιστεύουν ούτε τους «μαύρους» ούτε τους «κόκκινους». Δυστυχώς, όμως, τα ειρηνικά σχέδιά του διακόπτονται απότομα: τη στιγμή που απομακρύνεται για να εφαρμόσει τη φιλανθρωπιστική του δράση, ο καπετάν Δράκος διατάζει να τον σκοτώσουν. Μετά το «Χριστός ξανασταυρώνεται», οι «Αδερφοφάδες» είναι το δεύτερο έργο του Νικόλαου Καζαντζάκη στο οποίο βλέπουμε την τραγική σταύρωση ενός ειρηνοποιού.

Ιστορικό πλαίσιο

«Ο Καζαντζάκης υπήρξε παιδί της εποχής του, έζησε πόλεμο, εμφύλιο, κατοχή, πείνασε κι έγραψε για τα πάθη του κόσμου και τον καημό του διπλανού, βίωσε το δίκιο και τις αντιφάσεις του στο ύψιστο σημείο, και για τούτο κατόρθωσε να κάνει διαχρονικό το επικαιρικό, να δώσει οικουμενική διάσταση σε εκείνο που συνέβη στον τόπο του, στον τόπο μας, και που θα συμβαίνει σε κάθε τόπο ανά τους αιώνες. Η εμμονή του Καζαντζάκη για την αναζήτηση της αλήθειας με τη βοήθεια του Θεού, ενός Θεού που υπάρχει αλλά όχι με την κλασική έννοια όπως είναι στη συνείδηση των περισσότερων πιστών αλλά ούτε και δεν υπάρχει, όπως το φαντάζονται οι απανταχού άθεοι, κάνει και εδώ την εμφάνισή της με ένταση. Ο Θεός του Καζαντζάκη στους αδερφοφάδες είναι ένας Θεός που έχει δικό του κώδικα επικοινωνίας, δικά του πάθη, αγαπάει, προστατεύει αλλά θέτει και όρια και όρους. Το αποτέλεσμα, ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα με τα διλήμματα και τους εμφύλιους σπαραγμούς που δεν τελειώνουν ποτέ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης». (Νίκος Μαθιουδάκης, συγγραφέας)

Νίκος Μαθιουδάκης, συγγραφέας

Αποσπάσματα από το βιβλίο

Θέλει, λέει, να ’ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!

*******************

Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει!

*******************

«Όποιος με ζητάει, με βρίσκει

όποιος με βρίσκει, με γνωρίζει

όποιος με γνωρίζει, με αγαπάει

όποιος με αγαπάει, τον αγαπώ

όποιον αγαπώ, τον σκοτώνω».

*******************

Πόλεμος ακατάπαυτος με τον Θεό, με τους αγέρηδες, με το χιόνι, με τον θάνατο είναι η ζωή τους, γι’ αυτό, όταν πλάκωσε ο αδελφοσκοτωμός, δεν ξαφνιάστηκαν οι Καστελιανοί, δεν τρόμαξαν, δεν άλλαξαν συνήθειες μονάχα ό,τι ως τότε κουφόβραζε μέσα τους, βουβό κι αφανέρωτο, ξεσπούσε τώρα κι αυθαδίαζε λεύτερο, τινάχτηκε απ’ τα στήθια τους αχαλίνωτη η αρχέγονη λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώσει. Καθένας είχε κι ένα γείτονα ή κι ένα φίλο ακόμα ή κι αδελφό, που τον μισούσε, χρόνια, χωρίς αφορμή;

*******************

Ο φόνος, η παμπάλαιη ανάγκη του ανθρώπου, έπαιρνε ένα υψηλό μυστικό νόημα, κι άρχισε το αδελφοκυνηγητό

*******************

-Τι βλέπεις παππού;

-Τη ζωή μου που τρέχει και χάνεται.

*******************

Δεν πιστεύει στο Θεό, γι’ αυτό φοβάται το θάνατο.

*******************

Και βρήκες, μωρέ κοκορόμυαλε, απάνω στο βουνό τη δικαιοσύνη;

Όχι, σύντροφε, ακόμα. Όμως βρήκα την ελπίδα.

Ποιαν ελπίδα;

Πως μια μέρα θα ‘ρθει η δικαιοσύνη. Δε θα ‘ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε

*************

Δε με νοιάζει, Λεωνίδα μου, να σκοτωθώ, δε με νοιάζει, σου ορκίζομαι. Φτάνει να ξέρω, γιατί σκοτώνομαι. Για ποιον σκοτώνομαι. Μα δεν ξέρω. ξέρεις εσύ;


Share