Ο Καζαντζάκης στην Αγγλία: Η Κύπρος, οι διανοούμενοι, το Μεγάλο Μακελειό

Share

Στα ταξίδια του είναι πάντα καλά διαβασμένος για την ιστορία και τη λογοτεχνία του τόπου, κουβαλά τα βιβλία του και δεν αποχωρίζεται τους οδηγούς του

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

«Το ταξίδι και η εξομολόγηση (κι η δημιουργία είναι η ανώτερη και πιστότερη μορφή της εξομολόγησης) στάθηκαν οι δυο μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου», είχε πει ο Νίκος Καζαντζάκης, και η Αγγλία φαίνεται πως ήταν ένας πολύ σημαντικός σταθμός στην πορεία του. Πιο κάτω απόσπασμα από την ομιλία της πεζογράφου Νίκης Τρουλλινού, όπως δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών η οποία έγραψε για το ταξίδι του στην Αγγλία, αλλά και αποσπάσματα από την ομιλία του στο BBC.

Την πρώτη μέρα του πολέμου

Καθώς τα πολεμικά αεροπλάνα διασχίζουν τον ουρανό της Ευρώπης, Ιούλιο έως Νοέμβριο του 1939, παραμονές του Μεγάλου Μακελειού, έτσι αποκαλεί τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ίδιος, θα βρεθεί στην Αγγλία προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου της Αθήνας. Και καθισμένος στο εμβληματικό Χάιντ Παρκ, παρατηρώντας τους πολίτες σε μια ελεύθερη χώρα, αρχίζει το βιβλίο του. Η περιοδεία του ξεκινά από τις εργατουπόλεις Μπέρμιγχαμ, Λίβερπουλ, Μάντσεστερ, Σέφιλντ. Φάμπρικες, αποθήκες, μαγαζιά, καρβουνόσκονη, αιθαλωμένη μαυρίλα στους τοίχους: το πρόσωπο του βιομηχανικού πολιτισμού. Τις αποκαλεί πόλεις μουτζαλωμένες, καταθλιπτικές, ενώ παράξενη συγκίνηση, απροσδόκητη τρυφεράδα του προξενούν τα πρόσωπα των εργατών.

Και καθώς γράφει για τις ξεχωριστές μορφές της νεότερης αγγλικής Ιστορίας, ενώ μιλά για το αγγλικό μυθιστόρημα, ενώ πλέκει τον ύμνο της έννοιας του «τζέντλεμαν», ένα παράξενο άλμα, θαρρείς, τον φέρνει στον Νίτσε. Είναι η 25η Αυγούστου 1939, επέτειος θανάτου του. Σκηνοθετεί έτσι συγγραφικά μια συνάντηση με τον ίσκιο του Νίτσε στην όχθη του Τάμεση κάτω από μια καστανιά, συνομιλεί με τον Υπεράνθρωπό του για την ηθική, τον πόλεμο, τη βούληση της κυριαρχίας. Φεύγει μαζί του στο Εγκαντίν, συναντούν τον Σωκράτη και τον Διόνυσο, διαβάζουν το ποίημα της Λου Σαλομέ, συνομιλούν με τον Βάγκνερ, και όταν σηκώνεται από το παγκάκι, δεκατρείς σελίδες ολόκληρες πιο πέρα, ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο περνά μουγκρίζοντας πάνω από τη Λόντρα.

Η Ιστορία θα τον βρει μπροστά στην Ντάουνινγκ Στριτ αριθμός 10· η κήρυξη του πολέμου και μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου. Η προετοιμασία του Λονδίνου για τον πόλεμο και η πρώτη μέρα που ηχούν οι σειρήνες για βομβαρδισμό, τρεις του Σεπτέμβρη. «[…] Είχαμε (από τις σειρήνες) πέντε λεφτά στη διάθεσή μας και δεν ήθελα να τα χάσω. Μια άγρια απάνθρωπη περιέργεια με κρατούσε ακίνητο. Τούτη είναι η πρώτη κραυγή, ο πρώτος επιθανάτιος ρόγχος του βιομηχανικού πολιτισμού. Δόθηκε το σύνθημα της καταστροφής». Η κάθοδός του σε καταφύγιο: ο πάστορας, το νιόπαντρο ζευγάρι, ο πολισμάνος, οι νέοι με τις μάσκες, η στρουμπουλή κυρία που τρώει το μήλο της, ένα παλιό «Τιπερέρι» από το στόμα όλων και το χαρτάκι με το όνομα του καθενός στην τσέπη, εισιτήριο για τον θάνατο και για τη ζωή. Ο βομβαρδισμός θα αποφασίσει ή η αντοχή του κτηρίου. Τα πρόσωπα, ο πόνος, ο φόβος, η απαντοχή, αλλά και η οργάνωση της πονηρής αλεπούς, όπως αποκαλεί την Αγγλία. Περνά από τον πόλεμο στο πνεύμα, οδηγεί τον αναγνώστη του στην τέχνη, τον πολιτισμό – αυτά μένουν και απομένουν των πολέμων. Στο Λονδίνο θα μείνει ώς τον Νοέμβρη. Και περνά τις ώρες του στο Βρετανικό Μουσείο παρέα με τα ελληνικά αγάλματα. Αφήνει πίσω του τη Λόντρα, την καρδιά της αποικιοκρατίας, τον τρίτο μήνα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Νοέμβριο. Η πόλη έχει πάρει την ευγένεια και την αρχοντιά μιας βουλιαγμένης πολιτείας στην καταχνιά, σαν όνειρο πηχτό, σε τοπίο πολέμου. Η ματιά του ευθύβολη και συχνά καυστική. Εύστοχες οι κριτικές του ιστορικές και πολιτικές παρατηρήσεις, θεμελιώνονται κάθε φορά στη γνώση της Ιστορίας, χωρίς να υποτιμά και τη δική του συναίσθηση των πραγμάτων.

Θα ακολουθήσει η πίκρα του που θα περάσει στην Ιστορία σε μικρή χειρόγραφη παράγραφο στη σελίδα αφιέρωσης της «Αγγλίας» του: «Το βιβλίο τούτο γράφτηκε πριν από τα Δεκεμβριανά και πριν από την Κύπρο. Δεν ξέραμε τότε, τώρα ξέρουμε […]. Έξω από τα σύνορα της Αγγλίας κυκλοφορεί ένα άλλο εγγλέζικο πουλί, μαύρο, με κόκκινο ραμφί και κόκκινα νύχια αιματομένα». Και τον Σεπτέμβρη του 1954 με το κυπριακό πρόβλημα στην κορύφωσή του δημοσιεύει στη «Νέα Εστία», τεύχος 653, άρθρο που δεν μασάει τα λόγια του, άρθρο σκληρό για την αγγλική πολιτική της εποχής: «[…] Κρύβει το πρόσωπό της η ντροπή και φεύγει μακριά από τ’ ατιμασμένα γραφεία του Φόρεϊν Όφις».

«Τούτη είναι η πρώτη κραυγή, ο πρώτος επιθανάτιος ρόγχος του βιομηχανικού πολιτισμού. Δόθηκε το σύνθημα της καταστροφής»

Η έκκληση προς τους διανοούμενους

Στις 18 Ιουλίου 1946 βρίσκεται στην ελληνική υπηρεσία του BBC στο Λονδίνο και κάνει έκκληση προς τους διανοούμενους όλου του κόσμου που είχε σχεδιάσει στο μυαλό του από την Αίγινα.

«Η φωνή αυτή δεν απευθύνεται μονάχα στους Έλληνες, παρά και σε όλους τους αγνούς και τίμιους ανθρώπους στον κόσμο. Γιατί η στιγμή, που περνάει τώρα η ανθρωπότητα, είναι κρίσιμη κι ο κόσμος πια αποτελεί ένα τόσο ενιαίο οργανισμό που δε μπορεί ένας λαός να σωθεί, αν δε σωθούν όλοι κι αν ένας λαός χαθεί, μπορεί να παρασύρει στον χαμό κι όλους τους άλλους. Πέρασε για πάντα η εποχή, που ένας λαός μπορούσε ν’ απομονωθεί και να σωθεί ή να χαθεί μονάχος. Γι’ αυτό, μιλώντας στους ανθρώπους της ράτσας σου σήμερα, νιώθεις πως μιλάς σε όλες τις ανθρώπινες ράτσες μαζί. […]

Όλοι αόριστα νιώθουμε πως κάποιος κίντυνος μεγάλος απειλεί το σημερινό πολιτισμό. Να δούμε τον κίντυνο τούτον κατάματα, χωρίς τρόμο, αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος να τον νικήσουμε. Οι φοβερότεροι εχθροί των δυνάμεων του κακού είναι η γενναιότητα και το φως.

Για να σταθεί όμως σ’ ένα υψηλό επίπεδο ένας πολιτισμός, πρέπει να κατορθώσει να φτάσει στην αρμονία νου και ψυχής. Η σύνθεση αυτή πρέπει να τεθεί ως ανώτατος σκοπός του σημερινού μας παναθρώπινου αγώνα. Δύσκολος άθλος, μα θα τον φτάσουμε, αρκεί καθαρά να ξέρουμε τι θέμε και πού πηγαίνουμε. Γιατί δεν πρέπει να πλανόμαστε: Η αληθινή ανοικοδόμηση δεν είναι να ξανακάνουμε σπίτια, εργοστάσια, καράβια ή σχολεία κι εκκλησίες, που γκρέμισε ο πόλεμος. Η αληθινή, η μόνη σίγουρη ανοικοδόμηση είναι η εσωτερική ανοικοδόμηση του ανθρώπου. Μονάχα σε ψυχικά θεμέλια μπορεί να στερεωθεί ένας πολιτισμός. Η οικονομική κι η πολιτική ζωή ρυθμίζονται πάντα από την ψυχική προκοπή του ανθρώπου. […]

Η ευθύνη σήμερα του πνεματικού ανθρώπου είναι μεγάλη. Γιατί τυφλά είναι τα πάθη, αλληλοσυγκρούουνται οι επιθυμίες, τρομαχτικές είναι οι υλικές δυνάμεις, που έθεσε ο νους στα χέρια του ανθρώπου κι από τη χρησιμοποίησή τους εξαρτάται η σωτηρία ή ο χαμός του ανθρώπινου γένους. Ας ενωθούμε όσοι πιστεύουμε στο πνέμα. Ας αντικρύσουμε με σαφήνεια την επικίντυνη στιγμή που διαβαίνουμε κι ας δούμε ποιο είναι σήμερα το χρέος του πνεματικού ανθρώπου. Δεν αρκεί πια η ωραιότητα, δεν αρκεί η θεωρητική αλήθεια, μήτε η άνεργη καλοσύνη. Το χρέος σήμερα του πνεματικού ανθρώπου είναι πιο μεγάλο και πιο δύσκολο. Μέσα στο μεταπολεμικό χάος ν’ ανοίξει δρόμο και να βάλει τάξη να βρει και να διατυπώσει το νέο παγκόσμιο σύνθημα, που θα δώσει ενότητα, δηλαδή αρμονία στο νου και στην καρδιά του ανθρώπου. Να βρει το λόγο τον απλό, που ν’ αποκαλύπτει πάλι στους ανθρώπους τούτο το απλούστατο: πως όλοι είμαστε αδέρφια. Η ζωή δε γυρίζει πίσω, πάει μπροστά συντρίβοντας όσους δεν μπορούν να την ακολουθήσουν. Ας πάμε μαζί της. Κι ακόμα πιο πολύ: ας τη σπρώξουμε να πάει πιο πέρα. Έτσι μονάχα θα τη βοηθήσουμε να περάσει την απαραίτητη τούτη περίοδο της μηχανοποίησης και να λευτερωθεί. Η λύση βρίσκεται πάντα μπροστά, ποτέ πίσω».


Share