Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά: Την Κυριακή 16/05 μαζί με τον ΠΟΛΙΤΗ

Share

«Ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο»

Ξεκινήστε την συλλογή με το διάσημο βιβλίο «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ», το βιβλίο που έκανε παγκοσμίως γνωστό τον Νίκο Καζαντζάκη.

Η υπόθεση:

Το χρονικό της φιλίας του Καζαντζάκη και του Ζορμπά και της επιχείρησης λιγνίτη που οργάνωσαν στην Πραστοβά της Μάνης. Στο μυθιστόρημα, ο Γιώργης Ζορμπάς μετονομάζεται σε Αλέξη Ζορμπά και η δράση μεταφέρεται στην Κρήτη. Οι δυο τους συναντιούνται στον Πειραιά· εντυπωσιασμένος από το πάθος και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά, ο αφηγητής τον προσλαμβάνει ως επιστάτη. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει ερωμένη του Ζορμπά.

Σύντομα αποδεικνύεται ότι το λιγνιτωρυχείο ήταν ένα πρόσχημα· ο αφηγητής δεν ενδιαφέρεται για κέρδη και επιχειρήσεις, αλλά αναζητεί απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον τυραννούν. Με την απλή λογική του και την πείρα του πολύτάραχου βίου του, ο Ζορμπάς του δείχνει ότι οι απαντήσεις – αν υπάρχουν – δεν βρίσκονται στα βιβλία, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή, αρκεί να τη ζει κανείς με πάθος, λυτρωμένος από ελπίδες και προσδοκίες.

Πληροφορίες για τη συγγραφή

Γράφεται στην Αίγινα το 1941, με τον αρχικό τίτλο Το συναξάρι του Ζορμπά. Η τελική μορφή του ολοκληρώνεται το 1943. Μέρος του προλόγου δημοσιεύεται στο περ. Κρητικές σελίδες, τχ. 11-12 (Δεκ. 1936 – Ιαν. 1937) 290-292· πιθανότατα, ο Καζαντζάκης σχεδίαζε από τότε το μυθιστόρημα.

Το 1954, ο Ζορμπάς πήρε το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που εκδόθηκε στη Γαλλία.

Περιγραφή του Ζορμπά

Ἐγὼ σπάνια μιλοῦσα· τί νὰ πεῖ ἕνας «διανοούμενος» σ’ ἕνα Δράκο; Τὸν ἄκουγα νὰ μοῦ μιλάει γιὰ τὸ χωριό του στὸν Ὄλυμπο, γιὰ τὰ χιόνια, τοὺς λύκους, τοὺς κομιτατζῆδες, τὴν Ἁγια-Σοφιά, τὸ λιγνίτη, τὶς γυναῖκες, τὸ Θεό, τὴν πατρίδα καὶ τὸ θάνατο — καὶ ξάφνου, ὅταν πλαντοῦσε καὶ πιὰ δὲν τὸν χωροῦσαν τὰ λόγια, τινάζουνταν ἀπάνω στὰ χοντρὰ χαλίκια τοῦ γιαλοῦ κι ἄρχιζε νὰ χορεύει. Γερός, ὀρθόκορμος, κοκαλιάρης, μὲ ἀναγερτὸ τὸ κεφάλι, μὲ καταστρόγγυλα μικρὰ μάτια σὰν πουλιοῦ, χόρευε καὶ σκλήριζε καὶ χτυποῦσε τὶς ἁδρὲς πατοῦσες στὸ γιαλὸ καὶ πιτσίλιζε μὲ θάλασσα τὸ πρόσωπό μου.

Η απόφαση να γράψει το βιβλίο

Νὰ μποροῦσα, συλλογίζουμουν, νὰ πλάσω μιὰ ψυχή, ποὺ νὰ πηδάει καὶ νὰ σπάζει, ἂς εἶναι καὶ γιὰ μιὰν ἀστραπή, τὰ σύνορα τοῦ ἀνθρώπου! Νὰ ξεφύγει, ἂς εἶναι καὶ γιὰ μιὰν ἀστραπή, ἀπὸ τὴν ἀνάγκη· ν’ ἀφήσει πίσω της χαρὲς καὶ πίκρες κι ἰδέες καὶ θεοὺς καὶ ν’ ἀναπνέψει ἀμόλευτο, ἀκατοίκητο ἀέρα!

Στὸ σπίτι μὲ περίμενε ἕνα γράμμα μὲ πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα· τὸ κρατοῦσα, καὶ τὸ χέρι μου ἔτρεμε. Γιατί νὰ τὸ ἀνοίξω; μάντεψα εὐτὺς τὸ πικρὸ μαντάτο· «πέθανε, πέθανε», μουρμούρισα, κι ὁ κόσμος σκοτείνιασε.

Κάμποση ὥρα κοίταζα ἀπὸ τὸ παράθυρο τὴ νύχτα ποὺ κατέβαινε· θά ’χαν ποτίσει ἀπόψε στὴν αὐλὴ τὶς γλάστρες, καὶ τὸ χῶμα μύριζε· στ’ ἀγκαθωτὰ κλαδιὰ τῆς γαζίας κρεμάστηκε σὰν στάλα δροσούλα ὁ Ἀποσπερίτης. Καλή ’ταν ἡ βραδιά, γλυκιὰ πολὺ μοῦ φάνηκε ἡ ζωή, μιὰ στιγμὴ εἶχα ξεχάσει τὸ πικρὸ γράμμα ποὺ κρατοῦσα.

Ντράπηκα· ξαφνικὰ κατάλαβα πὼς προσπαθοῦσα, κοιτάζοντας τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου, νὰ ξεχάσω τὸ θάνατο· μὲ βίαιη κίνηση ἔσκισα τὸ φάκελο, στὴν ἀρχὴ τὰ γράμματα χόρευαν, σιγὰ σιγὰ καταστάλαξαν, σταμάτησαν, μπόρεσα νὰ διαβάσω:

«Εἶμαι ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ, καὶ σᾶς γράφω γιὰ νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὴ θλιβερὴ εἴδηση πὼς ὁ Ἀλέξης Ζορμπᾶς, πού ’χε ἐδῶ ὀρυχεῖο λευκόλιθου, πέθανε τὴν περασμένη Κυριακή, στὶς 6 τὸ ἀπόγεμα. Στὸ ψυχομάχημά του μὲ φώναξε: “Ἔλα ἐδῶ, δάσκαλε, μοῦ ’πε, ἔχω τὸν τάδε φίλο στὴν Ἑλλάδα· ἅμα πεθάνω, γράψε του πὼς πέθανα καὶ πὼς ὣς τὴν τελευταία μου στιγμὴ τά ’χα σωστὰ τὰ μυαλά μου, τετρακόσια, καὶ τὸν θυμόμουν. Καὶ πὼς ὅ,τι κι ἂν ἔκανα δὲν τὸ μετανιώνω.

Καὶ νά ’ναι καλά, νὰ τοῦ πεῖς, καὶ πὼς εἶναι καιρὸς πιὰ νὰ βάλει γνώση… Κι ἂν ἔρθει κανένας παπὰς νὰ μὲ ξομολοήσει καὶ νὰ μὲ ματαλάβει, πές του νὰ ξεκουμπιστεῖ νὰ φύγει καὶ τὴν κατάρα του νά ’χω! Ἔκαμα, ἔκαμα, ἔκαμα στὴ ζωή μου, καὶ πάλι λίγα ἔκαμα· ἀνθρῶποι σὰν ἐμένα ἔπρεπε νὰ ζοῦνε χίλια χρόνια. Καληνύχτα!”»

Ἔκλεισα τὰ μάτια κι ἔνιωθα ἀργά, ζεστὰ νὰ κυλοῦν στὰ μάγουλά μου τὰ δάκρυα. «Πέθανε, πέθανε, πέθανε… μουρμούριζα, ὁ Ζορμπᾶς, ποτὲ πιά! Πέθανε τὸ γέλιο, κόπηκε τὸ τραγούδι, ἔσπασε τὸ σαντούρι, κόπηκε ὁ χορὸς ἀπάνω στὰ χοχλάδια τῆς θάλασσας, γέμισε χῶμα τὸ ἀχόρταγο στόμα, ποὺ ἀγιάτρευτα διψασμένο ρωτοῦσε, ποτὲ πιὰ δὲ θὰ βρεθεῖ πιὸ τρυφερό, πιὸ πολυκάτεχο χέρι νὰ χαδέψει τὴν πέτρα, τὴ θάλασσα, τὸ ψωμί, τὴ γυναίκα…»

Ὄχι λύπη, θυμὸς μὲ συνεπῆρε. «Ἄδικο! Ἄδικο! φώναξα, τέτοιες ψυχὲς δὲν πρέπει νὰ πεθαίνουν. Πότε πιὰ θὰ μπορέσει τὸ χῶμα, τὸ νερό, ἡ φωτιά, ἡ τύχη, νὰ πλάσουν ἕνα Ζορμπᾶ;»

Εἶχα κάμποσους μῆνες νὰ μάθω τί γίνεται, μὰ ἤμουν ἥσυχος· λὲς καὶ θαρροῦσα πὼς ἦταν ἀθάνατος· πῶς μπορεῖ, ἔλεγα, ἕνα τέτοιο σιντριβάνι νὰ στερέψει; Πῶς ὁ Χάρος ἕναν τέτοιο παμπόνηρο ἀγωνιστὴ νὰ τὸν ρίξει κάτω; Δὲ θά ’βρισκε τὴν ὕστερη στιγμὴ ἕνα γέλιο, ἕνα χορό, μιὰ τρικλοποδιά, νὰ τοῦ γλιτώσει;

Ὅλη τὴ νύχτα δὲν μπόρεσα νὰ κλείσω μάτι· εἶχαν ξεκινήσει οἱ θύμησες, καβάλα ἡ μιὰ στὴν ἄλλη, βιάζουνταν· ἀνήσυχες, λαχανιασμένες ἀνέβαιναν στὸ νοῦ μου, λὲς κι ἤθελαν νὰ περμαζέψουν ἀπὸ τὸ χῶμα κι ἀπὸ τὸν ἀέρα τὸ Ζορμπᾶ, νὰ μὴν τὸν ἀφήσουν νὰ σκορπίσει.

Καὶ τὰ πιὸ ἀσήμαντα περιστατικὰ ποὺ δέθηκαν μαζί του ἔλαμψαν στὴ μνήμη μου καθαρά, γοργοσάλευτα καὶ πολύτιμα, σὰν πολύχρωμα ψάρια σὲ διάφανη καλοκαιριάτικη θάλασσα. Τίποτα δικό του δὲν εἶχε πεθάνει μέσα μου· θαρρεῖς κι ὅ,τι ἄγγιξε ὁ Ζορμπᾶς εἶχε γίνει ἀθάνατο. Τί νὰ κάμω, συλλογίζουμουν ὅλη τὴ νύχτα, τί νὰ κάμω, γιὰ νὰ ξορκίσω τὸ θάνατο, τὸ θάνατό του;

Ἄνοιξε ἡ καταπαχτὴ τοῦ σπλάχνου μου, πετιοῦνται ἀπάνω οἱ θύμησες, σπρώχνουν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη, βιάζουνται καὶ ζώνουν ἀγριεμένες τὴν καρδιά μου· ἀνοιγοκλειοῦν τὸ στόμα, φωνάζουν νὰ περμαζώξω ἀπὸ τὴ γῆς, ἀπὸ τὴ θάλασσα, ἀπὸ τὸν ἀέρα τὸ Ζορμπᾶ καὶ νὰ τὸν ἀναστήσω. Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ χρέος τῆς καρδιᾶς; Γι’ αὐτὸ δὲν τὴν ἔπλασε ὁ Θεός; ν’ ἀνασταίνει τοὺς ἀγαπημένους; Ἀνάστησέ τον!

Σίγουρα ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας βαθὺς κλειστὸς λάκκος αἷμα, κι ἅμα ἀνοίξει τρέχουν νὰ πιοῦν καὶ νὰ ζωντανέψουν ὅλοι οἱ διψασμένοι ἀπαρηγόρητοι ἴσκιοι, ποὺ ἀγαπήσαμε καὶ ποὺ ὁλοένα πυκνώνουνται γύρα μας καὶ κατασκοτεινιάζουν τὸν ἀέρα. Τρέχουν νὰ πιοῦν τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς μας, γιατὶ ξέρουν πὼς ἄλλη ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει. Κι ἀπ’ ὅλους μπροστὰ τρέχει σήμερα ὁ Ζορμπᾶς μὲ τὶς μεγάλες δρασκελιές του κι ἀναμερίζει τοὺς ἄλλους ἴσκιους, γιατὶ ξέρει πὼς αὐτόν, ἀπ’ ὅλους πιὸ πολύ, ἀγάπησα στὴ ζωή μου.

Τὸ πρωὶ εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση· εἶχα ξαφνικὰ ἡσυχάσει· λὲς κι εἶχε κινήσει κιόλα μέσα μου ἡ ἀνάσταση· λὲς καὶ μιὰ Μαγδαληνὴ ἦταν ἡ καρδιά μου κι ἔτρεχε στὸ μνῆμα κι ἀνάσταινε.

Τι σήμαινε ο Ζορμπάς για τον Καζαντζάκη

Ἂν ἦταν στὴ ζωή μου νὰ διάλεγα ἕναν ψυχικὸ ὁδηγό, ἕναν Γκουρού, ὅπως λένε οἱ Ἰντοί, ἕνα Γέροντα, ὅπως λένε οἱ καλόγεροι στὸ Ἅγιον Ὄρος, σίγουρα θὰ διάλεγα τὸ Ζορμπᾶ. Γιατὶ αὐτὸς εἶχε ὅ,τι χρειάζεται ἕνας καλαμαρὰς γιὰ νὰ σωθεῖ: τὴν πρωτόγονη ματιὰ ποὺ ἀδράχνει ψηλάθε σαϊτευτὰ τὴ θροφή της· τὴ δημιουργικιά, κάθε πρωὶ ἀνανεούμενη ἀφέλεια νὰ βλέπει ἀκατάπαυτα γιὰ πρώτη φορὰ τὰ πάντα καὶ νὰ δίνει παρθενιὰ στὰ αἰώνια καθημερινὰ στοιχεῖα — ἀγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί· τὴ σιγουράδα τοῦ χεριοῦ, τὴ δροσεράδα τῆς καρδιᾶς, τὴν παλικαριὰ νὰ κοροϊδεύει τὴν ἴδια του τὴν ψυχή, σὰν νά ’χε μέσα του μιὰ δύναμη ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ψυχή, καὶ τέλος τὸ ἅγιο γάργαρο γέλιο, ἀπὸ βαθιὰ πηγή, βαθύτερο ἀπὸ τὸ σπλάχνο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀνατινάζουνταν ἀπολυτρωτικὸ στὶς κρίσιμες στιγμὲς ἀπὸ τὸ γέρικο στῆθος τοῦ Ζορμπᾶ· ἀνατινάζουνταν καὶ μποροῦσε νὰ γκρεμίσει — καὶ γκρέμιζε — ὅλους τοὺς φράχτες — ἠθική, θρησκεία, πατρίδα — ποὺ ἄσκωσε γύρα του ὁ κακομοίρης ὁ φοβητσιάρης ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κουτσοπορέψει ἀσφαλισμένα τὴ ζωούλα.


Share