Ζορμπάς: O ήρωας που ενέπνευσε τον Καζαντζάκη

Share

Ο Αλέξης Ζορμπάς, που έγινε και ταινία από τον Μιχάλη Κακογιάννη είναι ο διασημότερος ήρωας του Νίκου Καζαντζάκη και alter ego του συγγραφέα. Ήταν υπαρκό πρόσωπο…

Το πρώτο βιβλίο από Τα άπαντα του Νίκου Καζαντζάκη που θα δοθεί με την εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ 16 Μαΐου «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

Με ένα από τα διασημότερά του βιβλία που έκανε διεθνώς γνωστό τον Νίκο Καζαντζάκη ξεκινάει η προσφορά της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ την Κυριακή 16 Μαΐου. Το πρώτο βιβλίο που θα κυκλοφορήσει είναι το «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Ο μυθιστορηματικός «Αλέξης Ζορμπάς», ο πιο πολυμεταφρασμένος και πολυταξιδεμένος ήρωας του ελληνικού μυθιστορήματος, υπήρξε πραγματικό πρόσωπο, που πρωτοσυναντήθηκε με τον Καζαντζάκη στο Άγιον Όρος το 1914, φίλεψε και συνεργάστηκε μαζί του, για να γίνει μύθος και σύμβολο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό το βιβλίο περιέχει μια μυστική δύναμη: Μας προσφέρει όλα τα ψυχικά εργαλεία που χρειαζόμαστε για να βγούμε νικητές από οποιαδήποτε κρίση. Ο Καζαντζάκης έβλεπε τον Ζορμπά του ως τον ενσαρκωτή της αγάπης για τη ζωή, μια ψυχή γεμάτη με τόση λαχτάρα, τόση αντοχή, που σπάει τα ανθρώπινα σύνορα, και με τα χέρια ανοιχτά ζει την κάθε στιγμή σαν να ‘ταν αθάνατος.

Υπαρκτό πρόσωπο

Ο Αλέξης Ζορμπάς, ο διασημότερος ήρωας του Νίκου Καζαντζάκη και alter ego του συγγραφέα στο ομώνυμο μυθιστόρημα, ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Ζορμπάς και είχε γεννηθεί το 1865 ή το 1869 στον Κολινδρό Πιερίας. Ήταν γιος του Φώτη Ζορμπά, ενός πλούσιου τσέλιγκα και κτηματία και είχε άλλα τρία αδέλφια (την Κατερίνα, τον Γιάννη και τον Ξενοφώντα). Ήταν πρώτος ξάδελφος του πολιτικού Αστέριου Ζουρμπά. Όταν ενηλικιώθηκε έφυγε για το Παλαιοχώρι Χαλκιδικής, όπου έζησε τα πιο κρίσιμα χρόνια της ζωής του. Εκεί τον φιλοξένησε ένας φίλος του και εργάστηκε ως μεταλλωρύχος σε μια γαλλική εταιρεία εκμετάλλευσης μεταλλείων στο Ίσβορο (Στρατονίκη). Ο Ζορμπάς γνωρίστηκε με τον αρχιεργάτη του μεταλλείου Γιάννη Καλκούνη, του οποίου την κόρη ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε. Με την Ελένη Καλκούνη απέκτησαν δώδεκα παιδιά, από τα οποία επέζησαν τα επτά. Ο θάνατος της γυναίκας του και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έφεραν δυστυχία στην οικογένεια. Μετά από όλα αυτά εγκατέλειψε τη Χαλκιδική και πήγε στο Ελευθεροχώρι Πιερίας όπου ζούσε ο αδελφός του Γιάννης Ζορμπάς, ο γιατρός. Το 1915 έφυγε για το Άγιον Όρος αποφασισμένος να γίνει καλόγερος. Εκεί γνωρίστηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη, με τον οποίο άρχισε να αναπτύσσεται μια δυνατή φιλία. Ο αποχωρητισμός σίγουρα δεν ταίριαζε στον πληθωρικό, γεμάτο ζωή, χαρακτήρα του Γιώργη Ζορμπά. Μαζί με τον Καζαντζάκη αποφασίζουν να κατέβουν νότια, στη μεσσηνιακή Μάνη όπου συνεργάστηκαν στην εκμετάλλευση των ορυχείων της Πράστοβας -κοντά στη Στούπα Μεσσηνίας (παραθαλάσσιο χωριό του Δήμου Λεύκτρου στη μεσσηνιακή Μάνη). Ο Ζορμπάς έφερε στη Στούπα πέντε από τα παιδιά του καθώς και την οικογένεια της κουνιάδας του. Η συνεργασία του με τον Καζαντζάκη κράτησε περίπου δύο χρόνια (1916-1918) και στη συνέχεια έφυγε από την περιοχή. Η μεγάλη κόρη του Ζορμπά, Ανδρονίκη, ήταν η μόνη που διατήρησε επαφές με κατοίκους της μεσσηνιακής Μάνης, την οποία και επισκεπτόταν συχνά-πυκνά. Η πολυκύμαντη ζωή του έμελλε να ολοκληρωθεί στα Σκόπια όπου εγκαταστάθηκε μαζί με την κόρη του Κατίνα. Εκεί ξαναπαντρεύτηκε και έκανε κι άλλα παιδιά, απασχολούμενος, πού αλλού, στις εξορύξεις. Ο Ζορμπάς πέθανε το 1941 από φυσική εξασθένηση της υγείας του, καθώς και από τις κακουχίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο των Σκοπίων Μπούτελ. Δισέγγονός του ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Στο κορυφαίο αυτό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη παρουσιάζονται μέσα από τους διαλόγους των δύο βασικών χαρακτήρων όλα τα προβλήματα που έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τον σπουδαίο Έλληνα συγγραφέα, όπως οι μεταφυσικές αγωνίες, το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου, τα όρια και οι δυνατότητες της ανθρώπινης δράσης, ο τρόπος να βιώνει κανείς πραγματικά τη ζωή και το ερώτημα «ποιο είναι το νόημά της», το χρέος του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο και τους προγόνους του.

Η περίφημη ταινία

Η ιστορία αυτή δεν θα μπορούσε να μην μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Ο σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης γύρισε το 1964 την ταινία «Zorba the Greek», σε βρετανοελληνική παραγωγή. Τον ρόλο του Ζορμπά ανέλαβε ο Άντονι Κουίν και του Καζαντζάκη ο Άλαν Μπέιτς. Έπαιζαν ακόμα η Ειρήνη Παπά και ο Σωτήρης Μουστάκας. Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ το 1964, με σημαντικότερο το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της Λίλα Κέντροβα στον ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς. Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης και έγινε παγκοσμίως γνωστή ως «Συρτάκι».

Τι σήμαινε για τον Καζαντζάκη

Ἂν ἦταν στὴ ζωή μου νὰ διάλεγα ἕναν ψυχικὸ ὁδηγό, ἕναν Γκουρού, ὅπως λένε οἱ Ἰντοί, ἕνα Γέροντα, ὅπως λένε οἱ καλόγεροι στὸ Ἅγιον Ὄρος, σίγουρα θὰ διάλεγα τὸ Ζορμπᾶ. Γιατὶ αὐτὸς εἶχε ὅ,τι χρειάζεται ἕνας καλαμαρὰς γιὰ νὰ σωθεῖ: τὴν πρωτόγονη ματιὰ ποὺ ἀδράχνει ψηλάθε σαϊτευτὰ τὴ θροφή της· τὴ δημιουργικιά, κάθε πρωὶ ἀνανεούμενη ἀφέλεια νὰ βλέπει ἀκατάπαυτα γιὰ πρώτη φορὰ τὰ πάντα καὶ νὰ δίνει παρθενιὰ στὰ αἰώνια καθημερινὰ στοιχεῖα – ἀγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί· τὴ σιγουράδα τοῦ χεριοῦ, τὴ δροσεράδα τῆς καρδιᾶς, τὴν παλικαριὰ νὰ κοροϊδεύει τὴν ἴδια του τὴν ψυχή, σὰν νά ’χε μέσα του μιὰ δύναμη ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ψυχή, καὶ τέλος τὸ ἅγιο γάργαρο γέλιο, ἀπὸ βαθιὰ πηγή, βαθύτερο ἀπὸ τὸ σπλάχνο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀνατινάζουνταν ἀπολυτρωτικὸ στὶς κρίσιμες στιγμὲς ἀπὸ τὸ γέρικο στῆθος τοῦ Ζορμπᾶ· ἀνατινάζουνταν καὶ μποροῦσε νὰ γκρεμίσει -καὶ γκρέμιζε- ὅλους τοὺς φράχτες -ἠθική, θρησκεία, πατρίδα- ποὺ ἄσκωσε γύρα του ὁ κακομοίρης ὁ φοβητσιάρης ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κουτσοπορέψει ἀσφαλισμένα τὴ ζωούλα.

Η απόφαση

Νὰ μποροῦσα, συλλογίζουμουν, νὰ πλάσω μιὰ ψυχή, ποὺ νὰ πηδάει καὶ νὰ σπάζει, ἂς εἶναι καὶ γιὰ μιὰν ἀστραπή, τὰ σύνορα τοῦ ἀνθρώπου! Νὰ ξεφύγει, ἂς εἶναι καὶ γιὰ μιὰν ἀστραπή, ἀπὸ τὴν ἀνάγκη· ν’ ἀφήσει πίσω της χαρὲς καὶ πίκρες κι ἰδέες καὶ θεοὺς καὶ ν’ ἀναπνέψει ἀμόλευτο, ἀκατοίκητο ἀέρα! Στὸ σπίτι μὲ περίμενε ἕνα γράμμα μὲ πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα· τὸ κρατοῦσα, καὶ τὸ χέρι μου ἔτρεμε. Γιατί νὰ τὸ ἀνοίξω; μάντεψα εὐτὺς τὸ πικρὸ μαντάτο· «πέθανε, πέθανε», μουρμούρισα, κι ὁ κόσμος σκοτείνιασε. Κάμποση ὥρα κοίταζα ἀπὸ τὸ παράθυρο τὴ νύχτα ποὺ κατέβαινε· θά ’χαν ποτίσει ἀπόψε στὴν αὐλὴ τὶς γλάστρες, καὶ τὸ χῶμα μύριζε· στ’ ἀγκαθωτὰ κλαδιὰ τῆς γαζίας κρεμάστηκε σὰν στάλα δροσούλα ὁ Ἀποσπερίτης. Καλή ’ταν ἡ βραδιά, γλυκιὰ πολὺ μοῦ φάνηκε ἡ ζωή, μιὰ στιγμὴ εἶχα ξεχάσει τὸ πικρὸ γράμμα ποὺ κρατοῦσα. Ντράπηκα· ξαφνικὰ κατάλαβα πὼς προσπαθοῦσα, κοιτάζοντας τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου, νὰ ξεχάσω τὸ θάνατο· μὲ βίαιη κίνηση ἔσκισα τὸ φάκελο, στὴν ἀρχὴ τὰ γράμματα χόρευαν, σιγὰ σιγὰ καταστάλαξαν, σταμάτησαν, μπόρεσα νὰ διαβάσω: «Εἶμαι ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ, καὶ σᾶς γράφω γιὰ νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὴ θλιβερὴ εἴδηση πὼς ὁ Ἀλέξης Ζορμπᾶς, πού ’χε ἐδῶ ὀρυχεῖο λευκόλιθου, πέθανε τὴν περασμένη Κυριακή, στὶς 6 τὸ ἀπόγεμα. Στὸ ψυχομάχημά του μὲ φώναξε: ‘Ἔλα ἐδῶ, δάσκαλε, μοῦ ’πε, ἔχω τὸν τάδε φίλο στὴν Ἑλλάδα· ἅμα πεθάνω, γράψε του πὼς πέθανα καὶ πὼς ὣς τὴν τελευταία μου στιγμὴ τά ’χα σωστὰ τὰ μυαλά μου, τετρακόσια, καὶ τὸν θυμόμουν. Καὶ πὼς ὅ,τι κι ἂν ἔκανα δὲν τὸ μετανιώνω. Καὶ νά ’ναι καλά, νὰ τοῦ πεῖς, καὶ πὼς εἶναι καιρὸς πιὰ νὰ βάλει γνώση… Κι ἂν ἔρθει κανένας παπὰς νὰ μὲ ξομολοήσει καὶ νὰ μὲ ματαλάβει, πές του νὰ ξεκουμπιστεῖ νὰ φύγει καὶ τὴν κατάρα του νά ’χω! Ἔκαμα, ἔκαμα, ἔκαμα στὴ ζωή μου, καὶ πάλι λίγα ἔκαμα· ἀνθρῶποι σὰν ἐμένα ἔπρεπε νὰ ζοῦνε χίλια χρόνια. Καληνύχτα!’» Ἔκλεισα τὰ μάτια κι ἔνιωθα ἀργά, ζεστὰ νὰ κυλοῦν στὰ μάγουλά μου τὰ δάκρυα. «Πέθανε, πέθανε, πέθανε… μουρμούριζα, ὁ Ζορμπᾶς, ποτὲ πιά! Πέθανε τὸ γέλιο, κόπηκε τὸ τραγούδι, ἔσπασε τὸ σαντούρι, κόπηκε ὁ χορὸς ἀπάνω στὰ χοχλάδια τῆς θάλασσας, γέμισε χῶμα τὸ ἀχόρταγο στόμα, ποὺ ἀγιάτρευτα διψασμένο ρωτοῦσε, ποτὲ πιὰ δὲ θὰ βρεθεῖ πιὸ τρυφερό, πιὸ πολυκάτεχο χέρι νὰ χαδέψει τὴν πέτρα, τὴ θάλασσα, τὸ ψωμί, τὴ γυναίκα…».

Ὄχι λύπη, θυμὸς μὲ συνεπῆρε. «Ἄδικο! Ἄδικο! φώναξα, τέτοιες ψυχὲς δὲν πρέπει νὰ πεθαίνουν. Πότε πιὰ θὰ μπορέσει τὸ χῶμα, τὸ νερό, ἡ φωτιά, ἡ τύχη, νὰ πλάσουν ἕνα Ζορμπᾶ;»

Εἶχα κάμποσους μῆνες νὰ μάθω τί γίνεται, μὰ ἤμουν ἥσυχος· λὲς καὶ θαρροῦσα πὼς ἦταν ἀθάνατος· πῶς μπορεῖ, ἔλεγα, ἕνα τέτοιο σιντριβάνι νὰ στερέψει; Πῶς ὁ Χάρος ἕναν τέτοιο παμπόνηρο ἀγωνιστὴ νὰ τὸν ρίξει κάτω; Δὲ θά ’βρισκε τὴν ὕστερη στιγμὴ ἕνα γέλιο, ἕνα χορό, μιὰ τρικλοποδιά, νὰ τοῦ γλιτώσει;

Ὅλη τὴ νύχτα δὲν μπόρεσα νὰ κλείσω μάτι· εἶχαν ξεκινήσει οἱ θύμησες, καβάλα ἡ μιὰ στὴν ἄλλη, βιάζουνταν· ἀνήσυχες, λαχανιασμένες ἀνέβαιναν στὸ νοῦ μου, λὲς κι ἤθελαν νὰ περμαζέψουν ἀπὸ τὸ χῶμα κι ἀπὸ τὸν ἀέρα τὸ Ζορμπᾶ, νὰ μὴν τὸν ἀφήσουν νὰ σκορπίσει.

Καὶ τὰ πιὸ ἀσήμαντα περιστατικὰ ποὺ δέθηκαν μαζί του ἔλαμψαν στὴ μνήμη μου καθαρά, γοργοσάλευτα καὶ πολύτιμα, σὰν πολύχρωμα ψάρια σὲ διάφανη καλοκαιριάτικη θάλασσα. Τίποτα δικό του δὲν εἶχε πεθάνει μέσα μου· θαρρεῖς κι ὅ,τι ἄγγιξε ὁ Ζορμπᾶς εἶχε γίνει ἀθάνατο. Τί νὰ κάμω, συλλογίζουμουν ὅλη τὴ νύχτα, τί νὰ κάμω, γιὰ νὰ ξορκίσω τὸ θάνατο, τὸ θάνατό του;

Ἄνοιξε ἡ καταπαχτὴ τοῦ σπλάχνου μου, πετιοῦνται ἀπάνω οἱ θύμησες, σπρώχνουν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη, βιάζουνται καὶ ζώνουν ἀγριεμένες τὴν καρδιά μου· ἀνοιγοκλειοῦν τὸ στόμα, φωνάζουν νὰ περμαζώξω ἀπὸ τὴ γῆς, ἀπὸ τὴ θάλασσα, ἀπὸ τὸν ἀέρα τὸ Ζορμπᾶ καὶ νὰ τὸν ἀναστήσω. Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ χρέος τῆς καρδιᾶς; Γι’ αὐτὸ δὲν τὴν ἔπλασε ὁ Θεός; ν’ ἀνασταίνει τοὺς ἀγαπημένους; Ἀνάστησέ τον!

Σίγουρα ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας βαθὺς κλειστὸς λάκκος αἷμα, κι ἅμα ἀνοίξει τρέχουν νὰ πιοῦν καὶ νὰ ζωντανέψουν ὅλοι οἱ διψασμένοι ἀπαρηγόρητοι ἴσκιοι, ποὺ ἀγαπήσαμε καὶ ποὺ ὁλοένα πυκνώνουνται γύρα μας καὶ κατασκοτεινιάζουν τὸν ἀέρα. Τρέχουν νὰ πιοῦν τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς μας, γιατὶ ξέρουν πὼς ἄλλη ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει. Κι ἀπ’ ὅλους μπροστὰ τρέχει σήμερα ὁ Ζορμπᾶς μὲ τὶς μεγάλες δρασκελιές του κι ἀναμερίζει τοὺς ἄλλους ἴσκιους, γιατὶ ξέρει πὼς αὐτόν, ἀπ’ ὅλους πιὸ πολύ, ἀγάπησα στὴ ζωή μου.

Τὸ πρωὶ εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση· εἶχα ξαφνικὰ ἡσυχάσει· λὲς κι εἶχε κινήσει κιόλα μέσα μου ἡ ἀνάσταση· λὲς καὶ μιὰ Μαγδαληνὴ ἦταν ἡ καρδιά μου κι ἔτρεχε στὸ μνῆμα κι ἀνάσταινε.


Share